© Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση

Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση © Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή


17 Μαΐου 2010

Πυρφόρος σκηνή πρώτη


Σκηνή 1η
(στ. 196)
Ήρα

Για αιώνες ο Κρόνος - Χρόνος[1] ,
ευνουχιστής[2], πανούργος, φιλοπάτωρ[3],
των  σκήπτρων  τ’  Ουρανού σφετεριστής,
την πλάση διαφέντευε
και χρυσή την εποχή του την είπαν
μιας κι όλα έρρεαν
όλα, τα πάντα,
άπαντα
σε ροή γαλήνια, ατελεύτητη

Χορός θεών[4]

ΡΕΑ[5],
ωσεί  ρύακες, (10)
εις  ροάς  αενάους,
τα επίγεια,
τα ουράνια,
ρέουσιν, άπαντα.
Ω , Ρέα!
αδερφή του κι ομόκλινη,
στο χρυσό του βασίλειο,
κινούσες με σοφία και τάξη τα πράγματα.
Έλα, Μάνα, κοντά μας[6]
Έλα τα πάθια σου να πεις  (20)
της καρδιάς σου το βάρος να γενεί αλαφρύτερο
έλα, Ρέα, έλα
Οι στεναγμοί σου των ανέμων ανάσες βαριές,
βρυχηθμός των απύθμενων της Γαίας βαράθρων,
βουή των βυθών,
χειμάρρων πάταγος σε άπονα βράχια,
νυχτερινές θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,
φοβερές οιμωγές ψυχής σιωπηλής,
καρδιάς στερημένης βουβός στεναγμός,
παραληρήματα άφωνα πέτρας αγέλαστης[7]. (30)
Έλα, Μάνα, έλα….
των τέκνων σου η αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,
θα γιατρέψει τ’ αλησμόνητο τ’ άδικο
έλα, Μάνα, έλα κοντά στα παιδιά σου.

Ρέα

Ποια μάνα τάχα μπορεί
σαν τη φωνή των παιδιών της ακούσει
να μην προστρέξει και να ‘ρθει;
Παιδιά μου, γλυκανάσες μου,
άνθια των κήπων μυριστά και αγρολούλουδά μου,
ολόγλυκές αγάπες μου, χαρούμενές μου ελπίδες! (40)
Μωράκια δε σας χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα
μονάχα οι πόνοι μου ‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.
Έτρεμ’ η Γαία η μάνα μου όταν κοιλοπονούσα
και των βουνών οι κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.
Έσκαγαν βράχια,  χαλασμός, σε κομματάκια μύρια,
και τα δεντριά τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.
Δεν ήσαν πόνοι του κορμιού,
του τοκετού οδύνες,
μα ήσαν σπάραγμα ψυχής,
μαράζι μαύρο της καρδιάς, (50)
θρήνος και κλάμα κι οδυρμός
που τα παιδιά θ’ αρπάξει.

Χορός

Της κάθε μάνας, σα γεννά και σαν κοιλοπονάει
τα βογγητά κρύβουν χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει
Ρέα

Και ειν’ αυτές οι θύμησες
βράχια  βαριά, γρανίτες εκατότονοι  
επάνω στ’ άσπρα στήθια μου
που βρέφος δε θηλάσαν.
Έξι παιδιά μεσ’ στην κοιλιά
στην αγκαλιά κανένα.  (60)
Κορίτσια, αγάπες μου γλυκές,
Δήμητρα σταχοφόρα, Ήρα μου εσύ πανέμορφη
και συ σεμνή μου Εστία,
αγαπημένες κόρες μου, στολίδια της ζωής μου,
κι αγόρια μου, λεβέντες μου,
θαλασσινέ μου βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,
πανέμορφέ μου Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου
και, Δία στερνοπαίδι μου, πρωτάρχοντα και κύριε
της οικουμένης όλης,
παιδιά μου, (70)
ελάτε, στην αγκαλιά της μάνας σας,
ελάτε αθάνατα παιδιά,
που άστοργα κι άσπλαχνα
ο πανούργος  πατέρας σας Κρόνος
για αιώνες,  ένα προς ένα κατάπινε

Χορός

Για αιώνες,

Δήμητρα

από φόβο που τα μέλη του έλυνε
τα παιδιά του τ’ αθάνατα κατάπινε άστοργα

Χορός

από φόβο,

Ήρα

Τιτάνιος θεός, ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου(80)
Απ’ το φόβο,
ο δαμαστής κι αφέντης των πάντων
δαμάστηκε.

Χορός

Δεσμώτης ο φόβος θεών και θνητών
σε πράξεις ανόσιες σπρώχνει.
Λυσιμελής ο τρόμος
με χίλιους κόμπους άλυτους  τη βούληση δένει
και —τι κι αν είναι θεός;—
τιποτένιος κι ανάξιος δούλος του γίνεται

Εστία

Από φόβο(90)
την εξουσία μη χάσει
κι αδύναμος ξοριστεί
σαν το γεννήτορα.

Χορός

από φόβο,
τέτοια που έκανε
παρόμοια μη λάβει,
τα παιδιά του
ο θεός ο Τιτάνιος
κατάπινε άστοργα.

Ρέα









Χορός

Τις γέννες μου περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή (100)
τα μωρά μου κατάπινε
Τέλος, στην έκτη γέννα μου
αντίς για βρέφος θεϊκό  λιθάρι φάσκιωσα,
τον αφαλό της γης[8],
και κείνος, απ’ τη Γαία ποτισμένος
με τη μαύρη του μαντραγόρα ψυχή,
με μιας την κατάπιε.

Ψεύτικη γέννα κι ωδίνες ψεύτικες.
Η γυναίκα τα πάντα μπορεί
για να σώσει από άντρα σκληρό τα παιδιά της(110)

Ρέα

Σαν έφτασ’ ο χρόνος,
που απ’ τον ίδιο τον Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε
πίσω να πάρω τα παιδιά,
με μια της ματιά η μάνα με πρόσταξε:
 «Ίσια να πας, ευθεία
Πάρε τη στράτα τη φαρδιά,
πήγαινε κι έλα
ευθεία
Όχι λοξοδρομίσματα, σε στέλνω απ’ ανάγκη.
Βοτάνια φέρε, . (120)
των σπλάχνων μου χορτάρια φοβερά,
να φτιάξω φίλτρα
τον άκαρδο σε λήθαργο να ρίξω
απ’ τ’ άπατο στομάχι του να βγούνε τα παιδιά σου».
Κι ανέβαινα μονάχη.
Ήταν σκοτάδι γύρω μου και άγριος ο χειμώνας
Ένα – δύο, ένα – δυο
κυλούν τα δεύτερα…
και σε εξήντα διπλά μετρήματα
—τόσα θα πρέπει να ’ταν—,(130)
όσο κρατάει να ειπωθούν  δέκα θλιμμένοι στίχοι,
ο πανδαμάτορας Κρόνος
σε μια βαθειά του πτύχωση
—τη δίνη των δεινών—
το νου μου παγιδεύει.
Βούιξε ο τόπος του μυαλού
Αποχαιρετισμού σκοπός,  ρυθμός αγχωμένος,
Ιοβόλα χτυπήματα ύπουλα
Μια μουντή ζωντανή καταχνιά,
οσμή αίματος, απόηχος ζωής που τέλειωσε(140)
και τελευταία αίσθηση,
η άρνηση να συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.
Μάζεψα πικροβότανα,
—πώς κι από πού, για με θα το κρατήσω—
Με γαλιφιές και πονηριά η Γαία
με το μαύρο χυμό τους,
κάτω από το χαιρέκακο του Ουρανού το βλέμμα
τον πότισε.
Σε ύπνο έπεσε βαρύ,
κι ολόκληρη τη φύση ανταριάζοντας, (150)
ξέρασε τα παιδιά του.
Τα άλλα, όσα γίνανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε
Απόστασα, κουράστηκα τα πάθια ν’ αφηγιέμαι
Είν’ όλα εδώ, εδώ, στο τώρα
Όλα, μα όλα τώρα γίνονται
και τα καλά και τ’ άλλα
και δεν υπάρχει λησμονιά, απόσταση,  ξεθώριασμα
ούτε θαμπές εικόνες
όλη μου η ζήση σε μιας μέρας το ξεδίπλωμα
που όλο και αυγαταίνει(160)
και δεν ξεχνώ.
Ευτυχώς!
Είναι εδώ το παράπονο για τ’ άδικο
ατόφιο, αδρό και άκαρδα άγριο
Το συρτάρι της λήθης μου άδειο
είμαι εδώ, είναι εδώ, όλα εδώ
και ο χρόνος ανύπαρκτος
συμβατική μοναχά «σταθερή» για το μέτρημα.
Ευτυχώς!
Αλίμονο σε όποιον λησμονάει(170)
και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται

Δήμητρα

Σώπαινε, μάνα, τελειώσαν αυτά
που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν
Το πριν, το μετά και το τώρα,
σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω
σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.
Το ζω και το ξέρω
απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα

Ήρα















Εστία

Σώπαινε Μάνα,
το στερνό σου παιδί, (180)
κινώντας απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο,
τον πανδαμάτορα Χρόνο
τον πατέρα μας Κρόνο
τον δάμασε,
τη θέση του πήρε, και όρισε
στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος
με δεσμά άλυτα, άρρηκτα
της Γαίας, τ' Ουρανού
της οργής και του μίσους αντίδωρα
για το άδικο που έπραττε, (190)
τα παιδιά του από φόβο να τρώει.
Μέρωσε Μάνα.
Των πραγμάτων η τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.
Η Δίκη το δίκιο της πίσω το πήρε.
Όλα καλά….
και στο Καλό, για την ώρα,  πορεύονται(196)





[1] Την εποχή της Αναγέννησης στη λατινική γλώσσα υπήρξε κάποια σύγχυση της λέξης Κρόνος (Cronos) με αυτή του χρόνου (Chronos)
[2] Ο Κρόνος στέρησε τη ζωτικότητα του πατέρα του  Ουρανού.
[3] Ευφημισμός
[4] (τα αρσενικά παιδιά της Ρέας Πλούτωνας-Ποσειδώνας-Δίας)         
[5] Κρόνον ουν τον χρόνον μοι νόει, την δε Ρέαν το ρέον της Υγράς Ουσίας.
Ορφικό Απόσπασμα 56
[6] (τα κορίτσια Δήμητρα-Εστία-Ήρα)
[6] Ελευσίνα

[8] Κατά μια εκδοχή του μύθου, αυτή η πέτρα, που ο Κρόνος αντί για το Δία κατάπιε, όταν την ξέρασε έπεσε στους Δελφούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια :