© Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση

Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση © Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή


11 Ιανουαρίου 2011

Last Edition









ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ΠΥΡΦΟΡΟΣ










Τιμῶντας
τόν Αἰσχύλο








Βασιλική Π. Δεδούση









Αθήνα
11-1-11



















Περιεχόμενα




 




 








 








Προλογίζοντας


Ένα δαχτυλίδι




Στο δάχτυλο φορούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι ένα δαχτυλίδι ατσάλινο στολισμένο
με μια πέτρα απλή και πήγαιναν στην Ακαδήμεια, στο χώρο που βρισκόταν ο βωμός
και ο ναός του Προμηθέα, για να τιμήσουν τον Πυρφόρο ευεργέτη του ανθρώπου,
επειδή αυτός τα πάνδεινα έπαθε προκειμένου να υπερασπιστεί τις αρχές του και
καθιερώθηκε στη συνείδηση όλων ως ο αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου πνεύματος. Του
«άνω θρώσκοντος» πνεύματος του οποίου η ακατάπαυστη ορμή για ανάπτυξη δαμάζει
και θέτει στην υπηρεσία του τη φύση και τα στοιχεία της.

Το δαχτυλίδι είναι αυτό που, σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Ηρακλής
έλυσε τον Προμηθέα από τα δεσμά του, ο Δίας υπέδειξε στον πρώην δεσμώτη να κατασκευάσει από το
ατσάλι της αλυσίδας του και από ένα κομμάτι του βράχου επάνω στον οποίο ήταν
δεμένος.

Με τον τρόπο αυτό ο
ατσάλινος δεσμός συνέχιζε να τον κρατάει δεμένο πάνω στον Καυκάσιο βράχο της
φρικτής του τιμωρίας.

Από τότε οι άνθρωποι
άρχισαν να κατασκευάζουν με τη σειρά τους δαχτυλίδια και να τα φορούν για να
θυμούνται πάντα την ευεργεσία, τη θεϊκή φωτιά και το βράχο της θυσίας.



Ένας τίτλος




Αισχύλου
«Προμηθεύς Πυρφόρος»



Το πρώτο μέρος της «Προμήθειας», της τριλογίας του μεγάλου
τραγικού. Ένα έργο που δυστυχώς χάθηκε, αλλά ένας τίτλος που με δυο λέξεις όλα
τα δηλώνει.

Γνωστός ο μύθος του Προμηθέα από τον Ησίοδο, από τον «Προμηθέα
Δεσμώτη» του Αισχύλου, από τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα.

Γνωστός ο μύθος (με αρκετές παραλλαγές) σε όλον τον αρχαίο
κόσμο, που τιμούσε τον Προμηθέα, τον προστάτη και ευεργέτη του «κτηνώδους»  κατά τον Δία ανθρώπου. Της ανθρώπινης φυλής
που ο Δίας επιθυμούσε να εξοντώσει και να την αντικαταστήσει με άλλο πιο αρεστό
σ’ αυτόν είδος.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο Προμηθέας επέλεξε να σώσει τους ανθρώπους, επέλεξε
ουσιαστικά να παρανομήσει αψηφώντας του Δία-δυνάστη την άδικη βούληση.

Ο συνετός και
προνοητικός Προμηθέας ανέλαβε τη σωτηρία και την όλη εξέλιξη του ανθρώπου.

Έγινε Πυρφόρος.

Η παρέμβασή του ήταν απόλυτα συνειδητή. Δικαίωσε το όνομά του, που σημαίνει
προγνώστης (προ+μανθάνω, ρίζα μαθ- και μηθ-).

Γνώριζε τη δύναμη της φωτιάς και της γνώσης και ήταν φορέας τους.

Ο προγνώστης – προφήτης προμήθευσε και, επειδή ουσιαστικά ενδιαφερόταν,
δίδαξε.

Έμαθαν απ’ αυτόν οι άνθρωποι και, αφού εξασφάλισαν τα προς το ζην, αφού
κατόρθωσαν να επιβιώσουν, με τη φωτιά και με τις τεχνικές ικανότητες, τα
επιπλέον επινόησαν —με τη χρήση των ίδιων δώρων— και πολιτισμό δημιούργησαν.

Για τον Αισχύλο στο
έργο “Προμηθέας Δεσμώτης” ο Προμηθέας χάρισε δώρα – γνώση – στους ανθρώπους για
να τους βοηθήσει να αποφύγουν τον αφανισμό (στ. 30-34, 108 – 109). ΄Εσβησε από
τους θνητούς το φόβο του θανάτου (στ. 261 – 262) έδωσε τη φωτιά στο ανθρώπινο
γένος (στ. 264), τις τέχνες (στ. 266) και τους έδωσε νου και σκέψη, την απαρχή
του πολιτισμού και όλων των τεχνών (Αρχιτεκτονική, Αριθμητική, Γεωργία,
Ναυσιπλοΐα, Ιατρική, Μαντική, Μεταλλουργία κ.ά).

Γλώσσα, γράμματα, γνώσεις τεχνικές και τέχνες, όλα τα δίδαξε στους
ανθρώπους ο Προμηθέας-δάσκαλος και ευεργέτης. Και στο εξής δεν εγκαταλείπει τον
άνθρωπο αλλά παρίσταται ως βοηθός και σωτήρας του σε κάθε δύσκολη στιγμή.



































Ένας στίχος,




Από τον Πυρφόρο του Αισχύλου:

«σιγῶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ
λέγων τὰ καίρια»:

Σωπαίνοντας όπου πρέπει και λέγοντας τα καίρια.



Η μεγαλειώδης σιωπή του Προμηθέα προβάλλει τη δύναμη του νου και της ακαταμάχητης θέλησης.

Είναι η σιωπή του επαναστάτη που έχει την πεποίθηση ότι το δίκιο είναι με
το μέρος του.

Η σιωπή αυτού που επιλέγει με πλήρη επίγνωση, αυτού που αποφασίζει πότε θα
μιλήσει και πότε θα σωπάσει, που, ενώ γνωρίζει την τιμωρία του, δεν ενδίδει
στις απειλές.

Είναι η σιωπή του έξυπνου νου, της ακεραιότητας, της υπευθυνότητας μέχρις
αυτοθυσίας. Η σιωπή αυτού που υποφέρει από σωστές επιλογές.

Ο Προμηθέας γνωρίζει πράγματα που ο Δίας-τύραννος δεν ξέρει και επίμονα
επιζητεί να μάθει. Ο ανένδοτος επαναστάτης σιωπών αψηφά την τυραννική εξουσία
του Δία.

Η σιωπή του τον καθιστά αρχέγονο
σύμβολο του πνεύματος της ανεξαρτησίας απέναντι στην εξουσία.



















Μια προφητεία.




τοιοῦδε μόχθου τέρμα
μή τι προσδόκα,

πρὶν ἂν θεῶν
τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων

φανῇ, θελήσῃ
τ᾽ εἰς ἀναύγητον μολεῖν

Ἅιδην κνεφαῖά
τ᾽ ἀμφὶ Ταρτάρου βάθη.

Αισχύλου
Προμηθεύς Δεσμώτης στ. 1026-1029







Μην προσδοκάς αυτά τα πάθια να τελειώσουν,

προτού κάποιος θεός φανερωθεί και φορτωθεί τους πόνους σου

και πριν, ο ίδιος θέλοντας, κατέβει στον Άδη τον ανήλιαγο

και στ’ άφεγγα βάθη του Τάρταρου.



Βασιλική Π. Δεδούση







 


Σκηνή 1η


Ο φόβος οδηγεί σε
ανάρμοστες και εγκληματικές ενέργειες, για τις οποίες ο ένοχος τιμωρείται.



Σύναξη των πρώτων Ολυμπίων θεών, των παιδιών της Ρέας.
Καλούν τη μητέρα τους προκειμένου να την παρηγορήσουν για τα δεινά και την
αδικία που υπέστη από τον Κρόνο, δίνοντάς της την ευκαιρία να τα αφηγηθεί για
να απαλλαγεί από τον αβάσταχτο πόνο της.



Τα πρόσωπα



Ρέα: Η Τιτανίδα αδερφή και σύζυγος του
Κρόνου. Καθόριζε τη ροή των πραγμάτων (Ρέα = αυτή που ρέει). Καθόριζε μέσα στο
βασίλειο του Κρόνου-Χρόνου την κίνηση και τη διαδοχή. Μητέρα τραγική των πρώτων
Ολύμπιων θεών.

Οι γιοι της Ρέας:

Ποσειδώνας

Πλούτωνας

Δίας

Οι κόρες της Ρέας:

Ήρα

Εστία

Δήμητρα



Χορός θεών[1]

Για αιώνες ο Κρόνος
- Χρόνος[2],

ευνουχιστής[3]
πανούργος, φιλοπάτωρ[4],

των σκήπτρων τ’ Ουρανού
σφετεριστής,

την πλάση διαφέντευε

και χρυσή την εποχή
του την είπαν

μιας κι όλα έρρεαν,

όλα, τα πάντα,

άπαντα,

σε ροή γαλήνια,
ατελεύτητη.

Ήρα

Ρέα[5],

ωσεί ρύακες

εις ροάς αενάους,

τα επίγεια,

τα ουράνια,

ρέουσιν, άπαντα.

Ω, Ρέα!

Αδερφή του κι
ομόκλινη,

στο χρυσό του
βασίλειο,

κινούσες με σοφία
και τάξη τα πράγματα.

Χορός

Έλα, Μάνα, κοντά μας,[6]

έλα τα πάθια σου να
πεις

της καρδιάς σου το
βάρος να γενεί αλαφρύτερο.

Έλα, Ρέα, έλα.

Οι στεναγμοί σου των
ανέμων ανάσες βαριές,

βρυχηθμός των
απύθμενων της Γαίας βαράθρων,

βουή των βυθών,

χειμάρρων πάταγος σε
άπονα βράχια,

νυχτερινές
θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,

φοβερές οιμωγές
ψυχής σιωπηλής,

καρδιάς στερημένης
βουβός στεναγμός,

παραληρήματα άφωνα
πέτρας αγέλαστης.



Έλα, Μάνα, έλα….

Των τέκνων σου η
αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,

θα γιατρέψει τ’
αλησμόνητο τ’ άδικο.

Έλα, Μάνα, έλα κοντά
στα παιδιά σου.

Ρέα

Ποια μάνα τάχα
μπορεί

σαν τη φωνή των
παιδιών της ακούσει

να μην προστρέξει
και να ‘ρθει;

Παιδιά μου, γλυκανάσες
μου,

άνθια των κήπων
μυριστά και αγρολούλουδά μου,

ολόγλυκες αγάπες μου,
χαρούμενές μου ελπίδες!



Μωράκια δε σας
χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα

μονάχα οι πόνοι μου
‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.

Έτρεμ’ η Γαία η μάνα
μου όταν κοιλοπονούσα

και των βουνών οι
κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.

Έσκαγαν βράχια, χαλασμός,
σε κομματάκια μύρια,

και τα δεντριά
τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.



Δεν ήσαν πόνοι του
κορμιού,

του τοκετού ωδίνες,

μα ήσαν σπάραγμα
ψυχής,

μαράζι μαύρο της
καρδιάς,

θρήνος οδύνης κι
οδυρμός

που τα παιδιά θ’
αρπάξει.

Χορός

Της κάθε μάνας, σαν
γεννά και σαν κοιλοπονάει

τα βογγητά κρύβουν
χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει.

Ρέα

Και ειν’ αυτές οι
θύμησες

βράχια βαριά,
γρανίτες εκατότονοι

επάνω στ’ άσπρα
στήθια μου

που βρέφος δε
θηλάσαν.

Έξι παιδιά μεσ’ στην
κοιλιά

στην αγκαλιά κανένα.



Κορίτσια, αγάπες μου
γλυκές,

Δήμητρα σταχοφόρα,
Ήρα μου εσύ πανέμορφη

και συ σεμνή μου
Εστία,

αγαπημένες κόρες
μου, στολίδια της ζωής μου,

κι αγόρια μου,
λεβέντες μου,

θαλασσινέ μου
βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,

πανέμορφέ μου
Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου

και, Δία στερνοπαίδι
μου,

πρωτάρχοντα και
κύριε της οικουμένης όλης,

παιδιά μου,

ελάτε, στην αγκαλιά
της μάνας σας,

ελάτε αθάνατα
παιδιά,

που άστοργα κι
άσπλαχνα

ο πανούργος πατέρας
σας Κρόνος,

για αιώνες,

ένα προς ένα
κατάπινε.

Χορός

Για αιώνες,

Δήμητρα

από φόβο που τα μέλη
του έλυνε

τα παιδιά του τ’
αθάνατα κατάπινε άστοργα.

Ήρα

Από φόβο,

Χορός

Τιτάνιος θεός,
ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου.

Απ’ το φόβο,

ο δαμαστής κι
αφέντης των πάντων

δαμάστηκε.

Εστία

Δεσμώτης ο φόβος
θεών και θνητών

σε πράξεις ανόσιες
σπρώχνει.

Λυσιμελής ο τρόμος

με χίλιους κόμπους
άλυτους τη βούληση δένει

και —τι κι αν είναι
θεός;—

τιποτένιος κι
ανάξιος δούλος του γίνεται

Χορός

Από φόβο

την εξουσία μη χάσει

κι αδύναμος ξοριστεί

σαν το γεννήτορα,

Ήρα

από φόβο, μην πάνω
του πέσουν

τα ουράνια πάθη,

Χορός

από φόβο,

τέτοια που έκαμε

παρόμοια μη λάβει,

τα παιδιά του ο θεός ο Τιτάνιος

κατάπινε άστοργα.

Ρέα

Τις γέννες μου
περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή

τα μωρά μου κατάπινε.

Τέλος, στην έκτη
γέννα μου,

αντίς για βρέφος
θεϊκό λιθάρι φάσκιωσα,

τον αφαλό της γης[7],

και κείνος,

απ’ τη Γαία
ποτισμένος

με τη μαύρη του
μαντραγόρα ψυχή,

με μιας την κατάπιε.

Χορός

Ψεύτικη γέννα,
ωδίνες ψεύτικες.

Η γυναίκα τα πάντα
μπορεί

για να σώσει από
άντρα σκληρό τα παιδιά της.

Ρέα

Σαν έφτασ’ ο χρόνος,

που απ’ τον ίδιο τον
Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε

πίσω να πάρω τα
παιδιά,

με μια της ματιά η
μάνα με πρόσταξε:

«Ίσια να πας, ευθεία.

Πάρε τη στράτα τη
φαρδιά,

πήγαινε κι έλα.

Ευθεία.

Όχι λοξοδρομίσματα,
σε στέλνω απ’ ανάγκη.

Βοτάνια φέρε,

των σπλάχνων μου
χορτάρια φοβερά,

να φτιάξω φίλτρα,

τον άκαρδο σε
λήθαργο να ρίξω

απ’ τ’ άπατο στομάχι
του να βγούνε τα παιδιά σου».



Κι ανέβαινα μονάχη.

Ήταν σκοτάδι γύρω
μου και άγριος ο χειμώνας.

Ένα – δύο, ένα – δυο

κυλούν τα δεύτερα…

και σε εξήντα διπλά
μετρήματα

—τόσα θα πρέπει να
’ταν—,

όσο κρατάει να
ειπωθούν δέκα θλιμμένοι στίχοι,

ο πανδαμάτορας
Κρόνος

σε μια βαθειά του
πτύχωση

—τη δίνη των δεινών—

το νου μου παγιδεύει.

Βούιξε ο τόπος του
μυαλού.

Αποχαιρετισμού
σκοπός, ρυθμός αγχωμένος,

ιοβόλα χτυπήματα
ύπουλα.

Μια μουντή, ζωντανή
καταχνιά,

οσμή αίματος,
απόηχος ζωής που τέλειωσε

και τελευταία
αίσθηση

η άρνηση να
συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.



Μάζεψα πικροβότανα,

—ποια, πώς και από
πού, για με θα το κρατήσω—.

Με γαλιφιές και
πονηριά η Γαία μάνα

το μαυροζούμι του
‘δωσε,

κι αυτός

ξαστόχαστα και
λαίμαργα,

κάτω απ’ το
χαιρέκακο το βλέμμα τ’ Ουρανού,

τ’ ολόγιομο το
κύπελλο στράγγιξε.

Σε ύπνο έπεσε βαρύ,

και το βαθύ στομάχι
του

τη φύση
ανταριάζοντας

ξέρασε τα παιδιά
του.



Τ’ άλλα, όσα
γενήκανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε.

Απόστασα, κουράστηκα
τα πάθια ν’ αφηγιέμαι.

Είν’ όλα εδώ, εδώ,
στο τώρα

όλα, μα όλα τώρα
γίνονται

-και τα καλά και τ’
άλλα-

και δεν υπάρχει
λησμονιά, απόσταση, ξεθώριασμα,

μήτε θαμπές εικόνες.



Όλη μου η ζήση σε
μιας μέρας το ξεδίπλωμα,

που όλο και
αυγαταίνει,

και δεν ξεχνώ.

Ευτυχώς!

Είναι εδώ το
παράπονο για τ’ άδικο

ατόφιο, αδρό και
άκαρδα άγριο.

Το συρτάρι της λήθης
μου άδειο.

Είμαι εδώ, είναι
εδώ, όλα εδώ

και ο χρόνος
ανύπαρκτος,

συμβατική μοναχά
«σταθερή» για το μέτρημα.

Ευτυχώς!

Αλίμονο σε όποιον
λησμονάει

και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται.

Δήμητρα

Σώπαινε, μάνα,
τελειώσαν αυτά

που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν.

Το πριν, το μετά και το τώρα,

σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω.

Σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.

Το ζω και το ξέρω

απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα.

Ήρα

Σώπαινε Μάνα,

το στερνό σου παιδί,

απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο κινώντας,

τον πανδαμάτορα Χρόνο,

τον πατέρα μας Κρόνο,

τον δάμασε,

τη θέση του πήρε και όρισε

στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος

με δεσμά άλυτα, άρρηκτα,

της Γαίας, τ' Ουρανού

της οργής και του μίσους αντίδωρα

για το άδικο που έπραττε,

τα παιδιά του από
φόβο να τρώει.

Εστία

Μέρωσε Μάνα.

Των πραγμάτων η
τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.

Η Δίκη το δίκιο της
πίσω το πήρε.

Όλα καλά….

Και στο Καλό, για
την ώρα, πορεύονται.

 


 








Σκηνή 2η


Η προσφορά του
Προμηθέα-Πυρφόρου



Στη σκηνή ο χορός των ανθρώπων, αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου
γένους που ευεργετήθηκε από τον Προμηθέα, πανηγυρικά εξιστορεί όσα αγαθά ο Πυρφόρος
προσέφερε και του αποδίδει τιμές.



Τα πρόσωπα:



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

Ιερέας

Πρωτομάστορας

Γεωργός

Ναυτικός

Καλλιτέχνης

Γιατρός

και οι γυναίκες σύντροφοί τους.





Χορός Ανθρώπων[8]

Επάνω, στον πανύψηλο
Όλυμπο,

ο Δίας το θρόνο του
έστησε,

γεννήτορας έγινε
νέων θεαινών και θεών

—όλοι και όλες
παιδιά του αθάνατα—

και αυτός, πατέρας-Αφέντης,

τη δική τους τη
θέληση ορίζει.



Κι ήταν η πλάση
ολόκληρη,

γης, ουρανός και
θάλασσες,

όλα καλά κι όλα σοφά

και μ’ ομορφιά
χτισμένα.

Ζωή καμιά και
πουθενά μια ζωντανή θνητή ανάσα.



Μα σαν εκόντεψ’ ο
καιρός ζωή στη γης ν’ ανθίσει

κατέβηκαν και οι
δώδεκα σε σπήλαιο ανήλιαγο

βαθιά στης γης τα
έγκατα τα ζωντανά να πλάσουν,

με λασπονέρι, με
φωτιά

και μ’ όσα άλλα
υλικά μ’ αυτά ανακατεύονται,

τα φτιάξαν ζωντανό
πηλό

και σε καλούπια τάβαλαν.

Κι όσα πετούν και
περπατούν

και κολυμπούν και
σέρνονται

τα πλάσαν οι
αθάνατοι.

Μα πα’ στην κρίσιμη
στιγμή που ‘ταν να τα στολίσουν,

τα παρατήσαν κι έφυγαν.

Ιερέας[9]

Και φώναξαν εσένα,
Πυρφόρε Προμηθέα,

εσένα και τον άλλον,

-π’ όση σοφία έχεις
εσύ

τόση από κείνον
λείπει-.

Χορός

Ο άλλος τότε, ο δίδυμος

και σ’ όλα αντίποδάς
σου,

όλα τα δώρα στα
ζωντανά τα μοίρασε

κι άφησε εμάς
αστόλιστους κι άοπλους.

Ιερέας

Όλα τα δώρα ξόδεψε στο στόλισμα των ζώων.

Φτερά και δέρματα σκληρά,

δόντια αιχμηρά και τρίχωμα πυκνό

τρέξιμο γρήγορο,

και φτεροπεταγίσματα

στον γαλανόν αιθέρα.

Κι άφησε, ο ανόητος, για μας

μονάχα λίγες τρίχες

και κάτι νύχια άχρηστα,

μ’ αυτά να πορευτούμε.

Χορός

Επιμηθέα, ανόητε κι ασύνετε,

γυμνούς μας άφησες,

ολογυμνούς και χωρίς τρίχωμα,

γυμνούς κι ανυπόδητους

ακάλυπτους κι άοπλους.

Στα υγρά κι ανήλιαγα λαγούμια

της γης τρυπώναμε

σιχαμεροί ασπάλακες.

Τυφλά τα μάτια μας,

θωρούσαν μα δεν έβλεπαν.

Ήχους τ’ αυτιά μας άκουγαν

χωρίς να ξεχωρίζουν.

Ο νους τυφλός και στο μυαλό σκοτάδι.

Η φτερωμένη σκέψη ανύπαρκτη,

επίπεδη, ανίκανη να βρει,

να μάθει, να νοήσει, να προκόψει.

Ιερέας

Ο νους ο αφώτιστος σκλάβος του φόβου γίνεται

για τ’ ανερμήνευτο,

άθλιος δούλος του
τρόμου

για τ’ ανεξήγητο.

Χορός

Ο ουρανός, η γης, τ’
αγρίμια

εχθροί μας

και μείς δρομείς του
πουθενά

από του Δία την οργή
την αστραπόβολη

αλάργα να βρεθούμε,
να σωθούμε,

που τ’ αχαμνά του
πλάσματα, τ’ ακόσμητα

γύρευε να ξεκάνει.

Ιερέας[10]
- Ιέρεια

Σε σένα τα πάντα
χρωστάμε,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Τα δικά σου τα χέρια

τον πηλό ξαναπλάσαν

και τη μορφή των
θεών μας χαρίσαν,

Χορός[11]

όρθια, στητή
κορμοστασιά

και βλέμμα που
ολόψηλ’ αγναντεύει.

Και, για δική μας
χάρη και χαρά,

της φωτιάς της δικής
τους,

της σπίθα του νου
και της τέχνης τη φλόγα

—πολύτιμο, ανεκτίμητο
δώρο—

κοινωνούς και
κατόχους μας έκανες.

Ιερέας

Βωμούς κι αγάλματα
θεών

πρώτα να φτιάχνω μ’
έμαθες

να γλυκαθεί η οργή
τους,

που αποδέκτη κλοπής
με λογάριαζαν.

Τσίκνα απ’ τα σφάγια
και κάπνα

οι προσφορές μου,

Χορός

το τίποτα…

Ιερέας

Καπνοί από λιβάνια
και φυτά μυρωδάτα,

γαλιφιές και λόγια
του αέρα,

ύμνοι λατρευτικοί,
αλλά από φόβο…

οι προσφορές μου,

Χορός

το τίποτα…

Ιερέας

… οι προσφορές
μου

τσίκνα από λίπη και
κοιλιές

όχι ψαχνά του
σφάγιου,

—αυτά για μας τα
όρισες—,

Χορός

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Ιερέας

Και να μαντεύω μ’
έμαθες.

Πλάτες προβάτων,

των όρνιων τα
πετάγματα,

οι κεραυνοί και οι
σεισμοί,

το μαύρο ήπαρ του
βοδιού,

τα Μορφικά τα
όνειρα,

των Δρυάδων
ψιθυρίσματα,

τα λόγια απ’ τις
μορφές των νεκρών

σε υδάτινο
καθρέφτισμα,

όλα, μα όλα,

τα όπλα μου είναι,

και τ’ άγνωστα
μελλούμενα κατέχω.



Έτσι αντιπαλεύεται
αυτό που εκείνοι ορίζουν

κι αλλάζει η μοίρα.

Ο άνθρωπος γίνεται
αφέντης της ζωής του και κύριος.

Χορός

Η αγάπη μου όλη για
σε,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μου.

Πρωτομάστορας

Όλα τα ζωντανά της
γης

θεριά κι αγρίμια
φοβερά

ή καλομερωμένα,

ξέρουν το πως να
φυλαχτούν

και που να
καταλύσουν.

Εγώ δεν είχα μοναχά

τόπο να μείνω μόνιμα

και μέρος να ριζώσω.



Άπατρις και
πλανώμενος,

θύμα ταλαίπωρο,

δίχως της γνώσης
μυστικά,

σπίτι να χτίσω
στέρεο

να γίνω φαμελιάρης.



Τα μυστικά της
τέχνης

εσύ μόνο μου τα
‘μαθες, Πυρφόρε Προμηθέα.

Τον τόπο βρίσκω το
σωστό,

να ‘χει κοντά
νεροπηγή, για ποταμό, για λίμνη

και κατά τις ανάγκες
μου μετρώ, υπολογίζω

και με μυαλό και
σύνεση

σπιτάκι θεμελιώνω.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Πρωτομάστορας

Ραντίζω το λιθάρι
που πρώτο βάζω μες στη γης,

το ακρογωνιαίο,

με αίμα αλέκτορα
περήφανου

και κοκκινολειράτου,

για να χορτάσει ο
Εγκέλαδος

και σπίτι μη
γκρεμίσει.

Την αγωνία μου πρόλαβες.

Χορός

«Με το σωστό το
λογισμό ο φόβος λιγοστεύει

και πάντοτε τα
δύσκολα βγάζουν το παλληκάρι.

Φτιάξ’ το γερό, μου
είπες, τον κόπο μην τον λυπηθείς,

σε τόπο κατάλληλο
χτίζε, πα σε εδάφη στέρεα

και τότες τον
εγκέλαδο οι άλλοι θα φοβούνται».

Πρωτομάστορας

Έτσι κι εγώ, πέτρες
μεγάλες, κοτρώνες, λαξεύω

ή φτιάχνω πλίθια

με λασποχώμα
κόκκινο, άχερα, αυγά

και με μαλλιά
κατσίκας.

Στον ήλιο τα ξεραίνω
και αρχινώ το χτίσιμο.



Τους τοίχους της
υπομονής φτιάχνω γερούς,

για να ‘ν το σπίτι
στεγανό και καλοστεριωμένο.

Από τον άγριο το
βοριά χτίζω ντουβάρια πιο παχιά

με παραθύρια λίγα

κι απέξω ελιές,

λιοστάσι.

Και να!

Τα κιούπια μου
γεμάτα

με χυμό ζωής
καταπράσινο.



Από του νότου τη
μεριά

κληματαριές για τη
δροσιά στα καύματα του θέρους.

Και να!

Τσαμπιά σταφύλια ζουμερά
στο τραπέζι μου.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Γυναίκα πρωτομάστορα:

Στη μέση,

στης ζωής και του
σπιτιού μου το κέντρο,

φτιάχνεις μια στια,
πυροστιά

και κρατώ τη φωτιά
μας

ακοίμητη.

Χορός

Η φωτιά ακοίμητη,
ακοίμητη.

Γυναίκα πρωτομάστορα:

Και κρατώ εσένα
Εστία

παρούσα,

Χορός

Η Εστία παρούσα,
παρούσα

Γυναίκα πρωτομάστορα:

τη δική σου,
Προμηθέα, τη φλόγα,

άσβεστη,

Χορός

Η φλόγα άσβηστη,
πάντοτε άσβεστη,

Γυναίκα πρωτομάστορα:

δημιουργίας πυρφόρα
πνοή,

που φωτίζει,
ζεσταίνει και δίνει

στου σπιτικού μου τη
ζήση

ασφάλειας γαλήνια
θαλπωρή,

ζωντάνια γελαστή και
ακλόνητη δύναμη.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Σπιτάκι καλοσκέπαστο
και ομορφοφτιαγμένο.

Πρωτομάστορας

Την τέχνη αυτή,

πόχει το νου για
μάστορα,

το σώμα δουλευτάρη

και στου μυαλού τη
δούλεψη

παλληκαράδες δέκα,

σε σένα μόνο τη
χρωστώ,

Πυρφόρε Προμηθέα

Προστάτη κι ευεργέτη μου.

Γεωργός – και η σύντροφός του[12]

Τα μυστικά της Δήμητρας
μου ’μαθες

και γίνηκα της γης
τρυφερός εραστής,

και παιδευτής
ακούραστος.

Μου ’πες:

«Στον ουρανό η
ματιά σου πάντα.

Τ’ Αυγερινού το
κάλεσμα,

του Αποσπερίτη τ’
αθόρυβο διάβα

μη χάνεις,

των εποχών τις
αλλαγές μάθε ν’ ακούς,

να οσμίζεσαι απ’ των
ανέμων την ανάσα

και τ’ αλλιώτικο
φύσημα».

Γυναίκα

Μου πες: «Μάθε ν’
ανθίζεσαι,

πότ’ είν’ η ώρα, για
σπορά,

για θερισμό, για
λίχνισμα και γι άλεσμα

και γι αμπελιού τον
τρύγο,

για λιόκαρπου το
μάζωμα

και πότε πρέπει σ’
οψιγιά[13]
ν’ απλώνεις τα σταφύλια».

Γεωργός

Και γίνανε τα φοβερά
των εποχών γυρίσματα

φίλοι και σύμμαχοί
μου.

Με χαλινάρια, με ζυγούς

τ’ άγριο ταυρί το
μέρεψα,

και τ’ άτι το
ατίθασο

φίλος μου γίνηκε

και γλήγορό μου
πόδι.

Της μάνας Γαίας
φροντιστής,

μ’ αυλάκια
καλοφρόντιστα ποτίζοντας το χώμα,

καρπίζω τ’ άγονα,
στα λεπτόγαια σπέρνω,

στα χρυσοτόπια της
Δήμητρας

κυμματισμοί ευλογίας
αέρινης,

των κόπων μου τα
δώρα.



Αγρίμια δάμασα,

συντρόφους
οικόσιτους, βοηθούς ακάματους

στο σκληρό της γης
τ’ όργωμα τα ’καμα.

Το χέρι μου τ’
αδύναμο,

με τ’ αλετριού το
σίδερο και του μυαλού τη φλόγα,

εγίνηκε κατακτητής

και στέριωσα και
πρόκοψα.

Γυναίκα

Γεμάτη η αυλή μου
μερωμένα ζωντανά,

όλα στη δούλεψή μου,

πλέριες οι αποθήκες
μου,

με ξηροκάρπια και
τροφές

για τους βαριούς
χειμώνες.

Χορός

Κι αυτά χάρη σε
σένα,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Ναυτικός

Όποιο μέρος του
κορμιού μου κι αν στύψεις

θαλασσόνερο θα βγει.

Αρμυρό.



Με όπλο το νου, που
ερευνά, συγκρίνει,

 αποτυπώνει και φτάνει στη γνώση

—δώρο από σένα,
Πυρφόρε Προμηθέα—

το πλεούμενο —ένα με
μένα που ‘ναι—,

επιδέξια ορίζω,

κι ο Άξενος Πόντος,
Εύξεινος πια,

τον ιχνηλάτη του
άπιαστου,

τον δαμαστή
καλοδέχεται,

ερέτη επιδέξιο,
παγιδευτή ψαρά,

κι έμπορο μεταπράτη.



Σε όρμους νηνεμίας
απάνεμους,

καιροφύλακας των
ανέμων των ούριων,

—προσμονή, υπομονή
κι απαντοχής σκληράδα—

μέχρι να πνεύσει ο
Ζέφυρος,

μέχρις η Λευκοθέα[14]
ν’ απλώσει τα λυτά μαλλιά,

μιαν αγκαλιά
αφροστόλιστη

τριγύρω στο σκαρί
μου,

για να ναι
καλοτάξιδο.



Αυλακωμένα τα χέρια
μου, δες.

Των χεριών οι
παλάμες χαραγμένες βαθιά,

τραχιά των σκοινιών
μονοπάτια,

της αγριάδας των
κυμάτων καθρέφτες.

Χορός

Όσο αγριεύει η
θάλασσα,

τόσο η ψυχή βαθαίνει.

Ναυτικός

Το δικό μου το αύριο
ξέρω τι κρύβει.

Ναυάγιο, φουρτούνα,

μπουρίνι άξαφνο, ολοσκότεινο,

για ταξίδι
απρόσκοπτο,

όλα τα λογαριάζω
προτού ν’ ανοίξω το πανί

και ξανοιχτώ στο
πέλαγο.



Όντας χτυπάνε το
σκαρί τα τρομερά δρολάπια

και ο πλατύς ορίζοντας
απ’ τη ματιά μου φεύγει

και σμίγουν Γαία κι
Ουρανός τέρατα να γεννήσουν,

τότες στυλώνονται
γερά τα δυο μου τα ποδάρια,

χώνονται, λες, μέσα
στη σάρκα του σκαριού,

βιδώνομαι και στο
κατάρτι δένομαι

το κύμα μη με πάρει.

Κύμα το κύμα,

μια πάνω μετέωρος,

μια κάτω χαμένος στα
άπατα βάθη,

παλεύω και μάχομαι

με στέρνο φουσκωμένο

από μιαν άγρια χαρά,

που όμοιά της καμιά οι
στεριανοί δε γεύονται.



Την τραχιά μου την
όψη

σμιλέψαν, χαράξαν οι
άνεμοι,

του ήλιου η κάψα, οι
καιροί οι αντίξοοι,

κι η διψασμένη
αρμύρα της θάλασσας.

Μα πιότερο απ’ όλα,
δώρο μου κάναν τη ματιά,

το καραβίσιο βλέμμα,

—αγριάδα και γλύκα
μαζί—,

πόχει το χρώμα του
χαλκού σαν αγριεύει το πέλαγο

το γαλανό και
ξάστερο, όταν αυτό μερεύει.

Χορός

Θαλασσογράφος
πίνακας

σ’ όλα του Πόντου τα
χρώματα.

Ναυτικός

Πλατιά η ψυχή σαν τη
θάλασσα.

Η καρδιά, του
κρυσταλλένιου νερού

καθάριο
αντιφέγγισμα.

Τα λόγια μου λίγα,
κοφτά και σταράτα,

καταφυγιώτες στις
ρωγμές των κυμάτων,

αισθήσεων ο λόγος.

Μάινααα καρδιά,
όοοορτσα ψυχή.

Στις ρωγμές των
κυμάτων τρυπώνουν οι λέξεις,

του πελάγου
αντιβούισμα, χαραγμένος αχός

ζωντανεύουν το
πέλαγο

και με τα πλάσματά
του

αρχινώ τις
κουβέντες.



Τα πελάγια ρεύματα
οι δικοί μου οι δρόμοι.

Η ψυχή μου ακρόπρωρη

—άροτρο, λιβαδιών
χαλκογάλανων—,

ορμητικά
διαβαίνοντας

στα μάτια μου μπρος
τους χαράζει

καθαρούς, διαυγείς
για σταθερή πορεία.



Στις άφεγγες νυχτιές,
τις άνεφες κι ατέλειωτες,

τ’ αστροκεντήδια του
θόλου του ουράνιου,

των εποχών ανάλογα,

φάροι που ανάβουν
για χάρη μου,

την ευθεία να βρίσκω
στις πελάγιες στράτες.

Στης μέρας το φως,

των δελφινιών
συντροφικά ξεπετάγματα,

αγαπημένοι φίλοι και
πλοηγοί αλάνθαστοι.

Δεν την αντέχω την στεριά.

Αντραλίζομαι.

Στου σκαριού μου τη
ράχη τα βήματά μου σταθερά,

το χώμα σαν πατώ
παραπαίουν.

Της Γης και του
Αιθέρα ο γιος,

ο Πόντος ο απέραντος,

το σπιτικό και το
βιός μου.

Κι άμποτες, σαν έρθ’
η ώρα η καλή,

χώμα μη με σκεπάσει.

Η θάλασσα να με
δεχτεί

κι ένα μ’ αυτή να
γένω

Άμποτες.

Καλλιτέχνης[15]

Στου είναι μου τα
μύχια

το φως σου το ‘νιωσα
θερμό, αέρινο άγγιγμα,

Πυρφόρε Προμηθέα.

Ερωτευμένος κυνηγός,

ταγμένος οπαδός του
άπιαστου Ωραίου

και θέλω να το
κλείσω στην άκρη της γραφίδας μου,

στο χτύπημα της
σμίλης,

σε τέλειες γραμμές
σχημάτων νοερών,

σε συγχορδίες
αρμονικών διαστημάτων,

να δείξω, όσο μπορώ
και δύναμαι,

δειλά να προσεγγίσω
με λόγο, χρώμα, μουσική,

να φανερώσω τ’ άλλα,

που είναι εκεί, το
ξέρω, εκεί

κι εγώ απλός μύστης
τυφλός

ψηλαφιστά τ’ αγγίζω

μα γνώστης τους και
κάτοχος δεν είμαι,

δεν είμαι.

Χορός

Ψηλά η ματιά.

Εκεί η αλήθεια
κρύβεται,

αόρατη κι ανύπαρκτη
για το ανόητο μυαλό

επενδυτών
κοντόφθαλμων

φθαρτής και
χωματένιας ύλης.

Καλλιτέχνης

Ψηλά η ματιά.

Το επέκεινα Κάλλος
μαγνήτης,

της ψυχής γητευτής,

να θυμηθεί την
καλεί, να νοήσει

—όσο μπορεί και
δύναται—

του αληθινού την
ομορφιά,

την αΐδια κι αλώβητη
των Ιδεών ουσία.



Στου μυαλού μου τα
βάθη μια λέξη, δυο, τρεις.

Η πρώτη ιδέα, η
σύλληψη.

Διάχυτο γύρω της
πυράς σου το φως

την ύπαρξή μου
κλείνει θερμά,

σαν αγκαλιά, σαν
ζωογόνα ανασεμιά

κι αγαπημένο χάδι.

Χορός

Κυοφορεί ο νους,
μοχθεί, μέχρι να πάρει σχήμα

η σπινθηρίζουσα
έμπνευση,

και να γενεί τραγούδι, λόγος, πίνακας,

Δεν είναι όλα Τέχνη.

Δεν είναι Τέχνη όλα
αυτά, που οι άνθρωποι

καυχιούνται και
επαίρονται πως έχουν και κατέχουν.

Χάρισμα είναι τ’
Ουρανού,

σ’ όποιον το δέχετ’
έτσι

και εξαρχής
στοχάζεται πως το χρωστάει σ’ όλους.

Καλλιτέχνης

Σαν της ζωής σου οι
χίμαιρες ξοπίσω σου ορμούν,

και στόχο έχουν
βάλει βάρος να γίνουν αβάσταγο

να σε κρατήσουν
χαμηλά, να ξεχαστείς, να φοβηθείς

και ν’ αρνηθείς
ανέβασμα κοπιαστικό

στα εννιά κλιμακωτά
της Τέχνης τα γιοφύρια,

με νου παραδομένο σε
ζάλη μέθης νηφάλιας,

Χορός

και στόχο έχουν

ν’ αρνηθείς να δεις
και να γενείς ο δέκτης,

όσων ο Ουρανός,
χωρίς φειδώ, απλόχερα

σε ταπεινούς
χαρίζει,

Καλλιτέχνης

τότε, έντιμο θάρρος
κι εγρήγορση,

μέχρι να πεις:

«Εγώ ούτε μπορώ,
ούτε ξέρω».

Υπέρβαση.



Των παθών εγκρατής
της Σοφίας ο φίλος.

Αυτό μ’ έμαθες,
Πυρφόρε Προμηθέα.

Ερευνητής του
ωραίου, ταπεινός,

της Σοφίας ο φίλος, της άγνοιάς του ο γνώστης.

Έτσι μονάχα γίνεται
ο νους, μεσ’ στη σιωπή του,

του άπειρου
συμπορευτής,

ερμηνευτής αθόρυβος,

για να πάρουν,

μέσα απ’ αυτόν,
διάσταση οι άυλες ιδέες,

με τη θαυμαστή των
γραμμάτων σειρά,

του λόγου την τέχνη,

και τη γραμμή των
αριθμών την ατελεύτητη.

Να συνταιριάξουνε
σωστά, λόγια, σχημάτων χρώματα,

πνοή να πάρουν τ’
άψυχα,

τα άσχημα τα
αταίριαχτα

μ’ αρμονικά ταιριάγματα,
όλα να μπουν σε τάξη,

όλα να πάρουν και
σχήμα και νόημα.

Χορός

Κυοφορίας αγωνία
γλυκιά,

ανεπαίσθητος φόβος,
λαχτάρα μητρική

γι αυτό που
επίκειται,

σαν βρέφος τρυφερό,
καλοδεχούμενο,

άγνωστο στη μορφή,
που τόσο οικείο είναι.

Καλλιτέχνης

Σαν φτάσει η ώρα του
τόκου,

μεμιάς ευδιάκριτες
πια οι μελωδίες.

Η ώρα του τόκου σαν
έρθει, παίρνουν μορφή τελική

των συναισθημάτων οι
λεπτές αποχρώσεις,

τα άπειρα ακαθόριστα
σχήματα,

των στίχων οι
αράδες, οι ρυθμοί,

και οι χοροί των
ασμάτων.

Μέσα απ’ την ύλη τη
φθαρτή η ματιά,

—η άλλη ματιά, αυτή
που διακρίνει

χρώματα άλλα, ήχων
μελωδίες πρωτόγνωρες—,

αυτή η ματιά, αυτές
οι αισθήσεις,

πηγές δειλά
αναβρύζουσες,

γίνονται των παιδιών
της ψυχής μου οι ανάδοχοι.

Χορός

Ο τόκος μέσα στο
Καλό,

—και το Καλό ειν’ τ’
όμορφο—

δημιουργός ωδίνη,
πόνος γλυκός και μόχθος.

Καλλιτέχνης

Σαν το μυαλό
γεννάει, στιγμές απομόνωσης.

Όντας πάσχει του
μυαλού το υπογάστριο,

με λένε απόκοσμο, παράξενο,

μοναχικό κι απόμακρο
άνθρωπο.

Όχι δεν είμαι.

Μοναξιά, έτσι
νομίζουν όλοι,

μα η πλάση ολόκληρη
είναι μαζί μου

και συ, ο σύντροφός
μου,

αναμμένη κρατάς,
Πυρφόρε, τη φλόγα,

μέσα και γύρω μου,

σε στιγμές οδυνηρής
ευτυχίας.



Τα έργα, παιδιά μου,

παιδιά μας.

Τα έργα ύμνοι, και
δοξαστικοί για τον Πλάστη παιάνες.

Τα παιδιά μας,
εκφάνσεις ψυχής δεκτικής, ανοιχτής,

της ζωής θριαμβικά
αντηχήσματα.

Χορός

Φτερά ψυχής βγάζ’ η
καρδιά

και το μυαλό
αισθάνεται την ομορφιά του κόσμου.



















Σκηνή 3η


Το ανθρώπινο γένος
απολαμβάνει τα δώρα του Προμηθέα και προκόβει.



Οι έξι γυναίκες στήνουν χορό χαράς, για να τιμήσουν τον
Προμηθέα.

Με τον «πεντάχορο» χορό τους, όσες και οι φάσεις στη ζωή
μιας γυναίκας, δημιουργείται ατμόσφαιρα ευωχίας που προκαλεί τον φθόνο του Δία.

Ακολουθεί ο μύθος της Πανδώρας και των δεινών που προκάλεσε.

Ο γιατρός φωτισμένος από τον Πυρφόρο γλιτώνει τους ανθρώπους
από τον όλεθρο.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

(Ιερέας

Γιατρός)





Χορευτικό (από τις έξι κοπέλες)

Όλες μαζί

Τους δώδεκα θεούς,

τους δίμορφους,
τιμώντας,

θυσίες στους βωμούς
τους προσφέρω.

Με άνθια και δάφνες
στολίζω τ’ αγάλματα

την εύνοιά τους να
έχω

και τ’ αγαθό τους
πρόσωπο

για πάντα σε μένα να
στρέφουν.

Κορυφαία

Πίσω απ’ εκείνων τις
τιμές

η αγάπη μου για
σένα,

Πυρφόρε Προμηθέα,

Προστάτη κι ευεργέτη
μου.

Γυναίκες

Οι προσφορές μου
αναίμακτες,

κάνιστρα ανθισμένα,

κρατήρες με
πρωτόλαδο,

από τον άγουρο καρπό
του ευλογημένου δέντρου,

λαγήνια πλέρια με
άκρατο

—αίμα Διονύσου
ευφραντικό—,

κοφίνια με
ξανθόσπορο,

της καρδιάς μας το
στήριγμα,

αγριόμελο και γάλα.

Χορός ανδρών[16]

Στεφάνια στα μαλλιά
κορίτσια φορέστε,

μια ζωντανή
ομορφάδα,

που ένα γίνεται με
τα στολίδια της πλάσης,

τη χαρά της ζωής.

Πρώτο πρόσωπο - Μάνα[17]

Ζωντανό προσκεφάλι η
καρδιά μου

να βρίσκουν τα
παιδιά αναπαμό.

Η λαχτάρα,
παραστάτης της ζωής μου και σύνοικος

και στο στόμα μου
πάντα ευχές-προσευχές

—Φεύγεις παιδί μου;

Στο Καλό…

Με Καλό…

Καλό δρόμο και η
πορεία σου ευθεία

—Ήρθες παιδί μου;

Καρδιάς καλωσόρισμα

και το βλέμμα
αστείρευτων λόγων πηγή.

Σαν τη δική μου
αγάπη, καμιά!

Σαν της μάνας τη
χαρά και τον πόνο κανένας!

Αγαπάει πριν να δει.

Πάνω απ´ τη
νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,

πλάθει πορεία
ουρανόδρομη ονείρων!



«Κοιτάξτε το! Δεν
είναι πανέμορφο;

Είν’ το παιδί μου!

Έκανε λάθη; Έσφαλλε;

Κανείς να μην πει
ότι τόθελε.

Να μην το μαλώσει
κανένας,

γιατί είν’ το παιδί
μου

Πρόκοψε; Καμαρώστε
το! Είναι παιδί μου!»

Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:

Μάνα!

Τέσσερα γράμματα
όλος μου ο κόσμος

—Μάνα…

—Τι είναι καμάρι
μου; Τι έχεις παιδί μου;

Τι σου συμβαίνει
ψυχή μου;

Καλά, μη μου πεις.

Ξέρω.

Σε πλήγωσαν;
Πλήγωσες;

Σε πρόδωσαν;
Πρόδωσες;

Σ’ αδίκησαν; Κάποιον
αδίκησες;

Εγώ είμαι εδώ.

Η αγκαλιά μου λιμάνι
γαλήνιο κι απάνεμο,

έλα να ξαποστάσεις.

Το δικό μου το χάδι
ελευθερίας αίσθηση.

Η ανάσα μου άρωμα
ανοιξιάτικης αύρας.



Αν μπορούσα, δίχτυ
αγάπης πυκνό,

αδιαπέραστο κι
άφθαρτο θα ‘πλεκα

και μπροστά στα παιδιά
μου θα το ‘στηνα,

Προστασία –όσο ζω κι
αφού φύγω-

απ’ του κακού τους
ανέμους,

απ’ το φθόνο του
κόσμου κι απ´ τ´ άδικο

Στημόνι οι ελπίδες,

υφάδι της αγάπης τα
όνειρα

και οι σκέψεις
σαϊτιές επιδέξιες.



Πυρφόρε Προμηθέα,

μέσα στο στέρνο μου

της ουράνιας φλόγας
τη ζέστα απιθώνοντας,

μ´ έκαμες Μάνα
της καρδιάς και όχι του ενστίχτου.

Δεν γεννώ, έτσι απλά·

δια βίου τα μωρά μου
ανατρέφω.

Με το είναι μου όλο
–όσο ζω-

τους καρπούς μου
φροντίζω.

Χορός ανδρών[18]

Από της γης τα
ζωντανά

σαν εσένα κανένα του
Έρωτα τα πάθη να νιώσει

δεν του ‘μελλε.

Η φωτιά του η
άσβεστη

πυρπολώντας το είναι
σου ατέρμονα,

αναγεννά και
τελειώνει

και πάλι ανασταίνει

Δεύτερο πρόσωπο - Έρωτας

Χάρη σε σένα,
Προμηθέα Πυρφόρε μου,

στης αγάπης το άβατο να μπω αξιώθηκα

και είδα τον Έρωτα,

μια ιέρεια φωτόλαμπρη,

μέσα απ' το μαύρο της ντύμα



Μέσ’ τη σιωπή σου σε άκουσα, Έρωτα.

Σφραγίδα το στόμα,

περίβολος φύλακας,

εμποδιστής περίσσιων λόγων




Ένιωσα, Έρωτα,

της μουσικής τη γαλήνια ορμή

ως τ' ακροδάχτυλά μου




Είδα…

άλικα άνθια τα γόνατα,

υπομονής ανεξίτηλης τρόπαια

προσφοράς παράσημα,

της ευτυχίας του «δούναι» τα εύσημα

Διάβασα…

αναντίρρητη σκέψη

και το λόγο σου, Έρωτα, άκουσα,

τον μεγάλο απόντα.



Δάκρυ ψυχής,

ακύλιστο απόσταγμα
να τρέξει,

καθάριο, ολοζώντανο

και να ειπωθεί το ανείπωτο,

να γίνει λόγος η ματιά,

το ερωτικό βλεφάρισμα

φράση λειψή, μα ολόκληρη,

φράση που σπαρταράει.



Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια

δε θέλω, δε θέλω.

Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-

οικείο το άγνωστο,

και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.



Ήρθα και ήσουν εδώ

και απών εδώ

σαν από πάντα,

συνισταμένη της ζωής μου, εσύ

δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,

ανάδοχέ μου έρωτα,

της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.



Ιδεογράμματα εικόνων,

ιερέων παλαιών γλυφουργήματα

σε υποχθόνιους τοίχους,

στης αγάπης της δάδας το φως

μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων

σ’ εξαίσια σύνθεση

-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,

-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,

και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Χορός ανδρών[19]

Κάτοπτρο αλαβάστρινο

η σμιλεμένη της
γυναίκας ψυχή,

ωοκέλυφο,

και μέσα της περνά
και διαχέεται

φαγεντιανό γαλάζιο

της αγάπης το φως.

Τρίτο πρόσωπο - Αγάπη

Αγάπη με λένε,

των ψυχών γαλήνη
γλυκόγελη.

Της ζωής την ουσία,
Πυρφόρε, μου έμαθες,

που τους ανθρώπους
στολίζει και δένει.

Γαλήνια λίμνη,
ατάραχη και πάνωθέ της το φως.

Στα πέρατ’
απλώνεται,

δροσίζει ψυχές,

ευφραίνει καρδιές,

τον ανθρώπων τον
πόνο γλυκαίνει.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Κορυφαία

Η καρδιά μιας
γυναίκας γεμάτη απ’ αγάπη σαν είναι,

γιατρικό, χωρίς
φειδώ δοσμένο,

αχρέωστα σ’ όλους
και σ’ όλα,

είναι πανάκεια
χαρισμένη, ανάργυρη!!

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα
δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Ο τόπος μου; Το
σύμπαν ολάκερο

κι αγαπημένη
κατοικιά, οι καρδιές των ανθρώπων

οι ολάνοιχτες!

Δεν είμαι εδώ, εκεί,
αλλού.

Είμαι παντού.

Παντού θα μέ ‘βρεις,

όπου είν’ όλα
φωτεινά και καλά.

Ούτε μετριέμαι, ούτε
ζυγιάζομαι.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Μ’ έχεις ή δε μ’
έχεις,

είμαι ή δεν είμαι.

Το πολύ και το λίγο,
το σχετικό και το μέτριο

δεν ταιριάζουν σε
μένα.

Αμέριστη!

Δεν υπάρχει ζυγάρι
να βαστάξει δικό μου κομμάτι

μήτε βρέθηκε
αντίβαρο της δικής μου αξίας.



Ανθρώπων βάσανα;

Μοναξιάς σκοτάδι και
θρήνος βουβός;

Κάλεσέ με και θάρθω.

Στη δικιά μου την
ήρεμη δύναμη

τα δεινά υποχωρούν.

Το μαύρο το μίσος,
εχθρός μαχητός,

στο λευκογάλανο φως
μου διαλύεται.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Προμηθέα Πυρφόρε,
φιλάνθρωπε!

Αν και προγνώστης τ’
αδίκου τιμήματος,

έδωσες, πρόσφερες
και φορέα με έκανες

της δικής σου
αγάπης.

Μ’ έμαθες πώς μ’
αυτήν να πορεύομαι.

Χορός ανδρών και γυναικών

Αγάπη! Πεμπτουσία
της ύπαρξης.

Αγάπη! Δεσμός
συνεκτικός, ακατάλυτος κι άφθαρτος!

Αγάπη! Της ουσίας
απάντων των όντων,

η Ουσία.

Χορός ανδρών[20]

Την είδες, την
ξεχώρισες

και σ’ έναν κύκλο
φεγγαριού

αυτό που είδες
δέχτηκες,

ζωή και βιός σου το
’καμες,

κι ο γνώστης γίνηκε
γνωστός,

οικεία αγαπημένος.

Τέταρτο πρόσωπο – έφηβη

Η δεύτερή μου η ζωή

χρωμάτων πανδαισία,

αγάπης
μοσχομυρωδιές,

της γεύσης ευωχία
γλυκόμελη.

Η ακοή, δέκτης
εξαίσιας μουσικής

που αέναα πηγάζει,

απ’ όσα τα μάτια μου
θωρούν

κι όσα η ψυχή μου
βλέπει.

Λαχτάρα ψυχής γι
ανεμοπέταγμα

προσμονή αγγιγμάτων

στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν.

Πώς να πω;

Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;



Τ’ αγγίγματα, ζωής
ψηλάφισμα, …

μα πιότερο απ’ όλα
της γνώσης το φως, [21]

που όλα τα κάνει να
λάμπουν

και δίνει στα
δύσκολα θάρρος.



Δεν θέλω, δεν
δέχομαι,

αρνιέμαι

τη δικιά μου ζωή να
ορίζουνε άλλοι.

Σε σένα αυτό το
χρωστώ

Προμηθέα Πυρφόρε.

Δεν θέλω,

αρνιέμαι

δυνάστες παράνομους
κι άνομους,

επισκέπτες
παρείσακτους, στη ζωή και τη σκέψη μου.

Εσύ μ’ έμαθες έτσι
να σκέφτομαι

Προμηθέα Πυρφόρε.

Δε θέλω, δεν δέχομαι

παρά μόνο

η δική μου η Πίστη,

η δική μου Ελπίδα,

η δική μου Αγάπη

να χαράζουν
στολίζοντας το δικό μου το δρόμο.



Και γίνονται έτσι

της ζωής ο αγώνας,

του αδίκου η απόρριψη,

των ανόητων η
άρνηση,

ανατροπής πανηγύρι

κι Ελευθερίας
απόλαυση.

Χορός ανδρών

Αν θες την ευτυχία
να βρεις

και δικιά σου για
πάντα να έχεις,

βρες το παιδάκι μέσα
σου, ξαναζωντάνεψέ το

κι αυτό με κελαηδίσματα, σαν σπίνος, σαν αηδόνι,

με τραγουδάκια θα σου πει,

για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης,

για το καλό και τ’ όμορφο,

για της ζωής τα
δώρα.

Πέμπτο πρόσωπο- κοριτσάκι[22]

Η γέννησή μου η
δεύτερη, [23]

αυτή βαραίνει
πιότερο,

αυτή στο χτες
εγιόρταζα,

αυτή γιορτάζω
σήμερα,

και πάντα θα
γιορτάζω.

Γι αυτήν του χορού
μου η χαρά

γι αυτήν και το
τραγούδι.



Το κάθε μου ξημέρωμα[24]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Ψυχή, καρδιά μου και
κορμί[25]

μικρή παιδούλα
γίνεσαι,

με της αυγής
λιοτράγουδα,

δροσάδα εωθινού
ανάλαφρου αγέρα,

και με λογάκια παιδιάστικα

την κάθε μέρα σου
αρχινάς

και μια ζωή ολάκερη
στην κάθε μέρα κλείνεις.



Το κάθε μου ξημέρωμα[26]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Στο ρυθμό της χαράς

ολημερίς, ακούραστα

σε χορού ανέμελου

τ’ ανάλαφρά σου
βήματά

σε πάνε και σε
φέρνουν

σ’ όσα για τ’ αύριο
λαχταράς

σ’ όσα στο τώρα
γεύεσαι.



Το κάθε μου ξημέρωμα

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Πεταλούδες σ’
ανθάκια, πουλιά στις φωλιές

μυρωδιές τυπωμένες,

χρώματα
λαμπροφώτιστα

ουρανοπετάγματα,

μουσικές αγκαλιές

χαρούμενα δάκρυα,
και ξάστερα γέλια.



Το κάθε μου ξημέρωμα

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Οι στιγμές,

σμήνος πολύβουων
μελισσών

της ευτυχίας το
νέκταρ ρουφούν

και στην κυψέλη τους
δίνουν

την ευωδιά και των
ονείρων το σχήμα.



Το κάθε μου ξημέρωμα[27]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.

Χορός ανδρών[28]

Πόσο η ψυχή μου
ευφραίνεται να βλέπω το χορό σας!!



Μα της καρδιάς μου
τη χαρά,

ο Δίας την εφθόνεψε

και —συφορά μου
μεγάλη—

εκδίκηση γύρεψε.

Φτιαχτή γυναίκα,
πλάσμα αγέννητο,

χωρίς των θνητών του
αφαλού το σημάδι,

σκάρωσε,

και του αδερφού σου
τη χάρισε,

—γλυκιά ζωή γι
αυτόν, πικροζωή για μένα—.

Ιερέας

Ασύνετα την έκαμε
κυρά κι αρχόντισσά του,

και η δικιά σου
συμβουλή λόγια μονάχα,

γράμματα σκόρπια,
στη σειρά, μα νόημα κανένα.

Χορός

«Δώρο απ’ τους θεούς
να μην καταδεχτείς,

άδωρο κι ολέθριο θα ’ναι».

Ιερέας

Έτσι του είπες, μα
δε σ’ άκουσε

Το όνομά της,
Πανδώρα,

γητεύτρα πανέμορφη,

—ο νους να τα χάνει—

και —ώρα μισητή, ώρα
καταραμένη—

της παραδώσαν οι
θεοί ένα κουτί για προίκα.

Σαν τ’ άνοιξε, έτσι
απλά με τ’ άστοχό της χέρι,

όλου του κόσμου τα
δεινά απάνωθέ μας πέσαν,

αρρώστιες, πόνοι,
βάσανα

κι ό,τι κακό, κι
ό,τι στραβό μπορεί να βάνει ο νους σου.

Αρρώστιες, πλήθος
φοβερό,

ανίατες… έτσι ο Δίας
το ’θελε.



Απ’ το κουτί
ανάβλυσαν οι ποταμοί της θλίψης,

των θρήνων άθλια
βογγητά, ολολυγμοί ανημποριάς

κατάρες για την τύχη
μας,

και βλαστημούσαν άπρεπα κορμιά βασανισμένα.

Χορός

Πώς σ’ ένα τόσο δα
κουτί μπόρεσαν να χωρέσουν

του κόσμου όλου τα
βάσανα

και η πικρή Ανάγκη;

Γιατρός και γιάτρισσα

Ικέτες ταπεινοί τους
βωμούς των θεών αγγίζοντας,

γιατρειά, απαλλαγή,
λυτρωμό περιμέναμε.

Παρηγορήτρα ελπίδα,
αυτή μοναχά

τους άθλιους βροτούς
στη ζωή συγκρατούσε.



Εσύ ’σουν η ελπίδα
μας[29]

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη μας.

Γιατρός

Δάσκαλος γίνηκες σε
μαθητή απελπισμένα πρόθυμο.

Κι ολημερίς
πορεύομαι πα’ σε βουνών ψηλοκορφές

ή χάνομαι, για
μέρες,

για εφταήμερα και
για μηνούς ολάκερους,

σε φαραγγιών
φιδόδρομους

σε τόπους
βαλτωμένους.

Γιάτρισσα

Κλωνούς, φυλλάκια
και ριζά

βρίσκω, ξεραίνω,
τρίβω

και, στη χάση ή τη γέμιση,

της πάγχλωμης
αρχόντισσας,

της κυβενήτρας της
νυχτιάς της μαγιοφορτωμένης,

μιλημένα σκαρώνω
γιατρικά,

με προσοχή και
σύνεση, με μέτρημα και γνώση

μιας και όσα δίνουνε
ζωή

και λύτρωση από
πόνους,

τα ίδια αυτά στον
ύπνο τον αιώνιο

βυθίζουν τους ανθρώπους.

Γιατρός

Με τη δροσιά της
χαραυγής του δειλινού τον ίσκιο,

της μεγάλης ευθύνης
το βάρος φέροντας,

σκευάζω και φτιάχνω,

από μέντα, σκόρδο
δύσοσμο,

αγγελική και δυόσμο,

μάραθο, ρόδι,
δίκταμο,

τσουκνίδα, και
θυμάρι,

ρίγανη, δεντρολίβανο

κι απ’ άλλα χίλια
μύρια της γης δωρίσματα,

σκευάζω και φτιάχνω

σκόνες, και
αφεψήματα,

ματζούνια,
καταπλάσματα,

βάλσαμα κι άλλα
γιατρικά

να τα ’χω να
γιατρεύομαι

και να γιατροπορεύω.



Για τα νεφρά τα
άρρωστα,

για στομαχιού τους
πόνους

μου ’μαθες το
χαμαίμηλο, της γης το θείο δώρο,

και με τα δάκρυα
κλαίουσας

τον πυρετό να ρίχνω.

Για τον βαθύ το
βήχα,

που βασανίζει σωθικά
και τα καταταράζει

τον καταπράσινο χυμό
της ιερής μολόχας,

για τ’ ανακάτεμα του
στομαχιού το δυόσμο

—που ’ναι καλός και σαν τριφτεί σε μέλη πονεμένα—.

Γιάτρισσα

Για να κοιμούνται τα
παιδιά

αρκεί μια τόση δα
γουλιά

της υπνοφόρου
μύκωνος

και ο Μορφέας
φτερωτός στην αγκαλιά τα παίρνει.

Σαν αφορμίζουν οι
πληγές,

με του ψωμιού τη
μούχλα

κλείνουν,
γιατρεύονται με μιας.

Του λιναριού το
σπόρο λιώνοντας

φτιάχνω γιατρικά

για τα γυναίκεια
πάθια,

τα έμμηνα.

Γιατρός

Να ξεχωρίζω μ’
έμαθες φαρμάκια από βοτάνια,

φίλτρα να φτιάχνω
από βολβούς

από τα σπόρια
σουσαμιού κι απ’ το γλυκό μέλι

και μ’ όλ’ αυτά

—κι άλλα πολλά που
δεν τα φανερώνω—

αμίλητα φίλτρα
σκαρώνω

να πιάνουν φλόγα τα
κορμιά,

να συνταιριάζουν οι
θνητοί

—ακόμα και οι
αταίριαστοι—

ν’ σμίγουν οι
αθρώποι

και να
σφιχταγκαλιάζονται,

να μη χαθεί το γένος
μας

κι αφανιστεί η φυλή μας.

Χορός ανδρών και γυναικών

Χάρη σε σένα και
πάλι το γένος μας σώθηκε[30]

και στη ζωή κρατήθηκε
και ως τα τώρα πρόκοψε

με της φωτιάς τη
θεία δύναμη

που γνώση δίνει και
το νου λευτερώνει,

Πυρφόρε Προμηθέα[31]

Προστάτη κι ευεργέτη μας







 


Σκηνή 4η


Η ανατροπή. Η σύγκρουση Δία-Προμηθέα



Ο Δίας έξαλλος από οργή και φθόνο συγκρούεται επί σκηνής με
τον αλυσοδεμένο Προμηθέα.

Στον άδικο και παράλογο λόγο του ο Προμηθέας αντιστέκεται με
λόγο δίκαιο και προφητικό, αμφισβητεί ευθαρσώς τη θεότητα του Δία, αρνούμενος
να υποκύψει και να αποκαλύψει όσα ο Δίας-τύραννος απαιτεί να μάθει.

Οδηγείται στον Καύκασο για να υποστεί την τιμωρία που ο Δίας
όρισε.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

Δίας

Προμηθέας



Βουβά πρόσωπα:

Κράτος

Βία

Ίριδα





Δίας

Το βδέλυγμα αυτό ευεργέτη λογιάζετε;

Τον αδιάντροπο κλέφτη, τον άρπαγα,

μπροστά μου τολμάτε με δάδες να υμνείτε;

Σκύψτε βαθιά, γονατίστε, το χώμα φιλήστε

τιποτένια, αδέξια πλάσματα,

σβήστε τις δάδες, θάψτε τες

και τους ύμνους σε μένα,

για μένα και μόνο για μένα

υψώστε.[32]



Και συ,[33]
της συφοράς μου μάντη,

που απ’ το δικό σου
ανίερο στόμα

πήρε φτερά κι
απλώθηκε

η φήμη του χαμού
μου,

φραγμό βάλε τα
δόντια σου

στα ψεύτικά σου
λόγια

και μάσησε, κατάπιε
τα

που τ’ άφησες κι
απλώθηκαν,

κι ενάντιά μου
στέκονται θνητοί,

θεοί και δαίμονες

και κρυφοψιθυρίζουν.



Λέγε, μαρτύρα το.

Πες.

Τώρα αμέσως
μολόγησε.

Ποιά ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε;



Εσύ, που λάθρα,
ακάλεστος

τα χίλια μάτια του
Κράτους μου γέλασες

κι απ’ της σκύλας
της Βίας τ’ ανίκητα ρόπαλα

γλίστρησες και
λάθρα,

ακάλεστος

στο πανώριο το σπίτι
μου μπήκες κλεφτά

και μ’ έκλεψες,

θα κλάψεις πικρά και
ικέτης θα σέρνεσαι.



Και σεις θα το
πληρώσετε, κλεπταποδόχοι άτιμοι

χαθείτε από μπροστά
μου.



Μπροστά στο δικό μου
θυμό,

θεός ποιος, θνητός
ποιος,

να στέκεται αγέρωχα
δύναται;

Μονάχα συ, μισητέ
και αυθάδη

τολμάς ίσια στα
μάτια, σαν ίσος

να θωρείς το θεό
σου.

Στις βροντές του θυμού
μου, ποιος;

Προμηθέας

Τ’ ανέμου και των
σύννεφων παιγνίδια και γυρίσματα

Δίας

Στους κεραυνούς της
οργής μου, ποιος;

Προμηθέας

Σπιθίσματα πελώρια του
αιθέρα

πάνω στων αντιθέτων
τη σύγκρουση

Δίας

Σκάσε, σ’ ακούν.

Το στόμα σου κλείσε.

Θες να τους μάθεις
να σκέφτονται;

Προμηθέας

Τρέμεις, τη γνώση φοβάσαι.

Το δρόμο τούς
άνοιξα….

Μόνοι τους… «Όστις θέλει…»

Δίας

Ποτέ, στον αιώνα τον
άπαντα.

Από τ’ άλογα ζώα,
χειρότεροι…

Προμηθέας

«Ό σ τ ι ς θ έ λ ε ι…», ελεύθεροι αυτοί θα επιλέγουν.

Δίας

Σαλεμένο μυαλό, σαλεμένα
τα λόγια.

Προμηθέας

Δύναμή σου, τ’
ανερμήνευτα, κι οι συντυχιές.

Αυτά σε βολεύουν,
έτσι να σκέφτονται θέλεις.

Δίας

Μαρτύρα το.

Πες.

Τώρα αμέσως
μολόγησε.

Ποιά, ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε;



Ειδεμή, τώρα δα τα
τέρατα αυτά θα προστάξω

και θα γενεί τ’
άθλιό σου κορμί

με τα βράχια του
Καύκασου ένα.

Αιώνια.

Τ΄ ορκίζομαι.

Στης Στύγας το μαύρο
νερό

και στα εννιά
φιδωμένα ποτάμια,

που ζωσμένη κρατούν
την παμβώτιδα.

Τ΄ ορκίζομαι.

Αιώνια.

Ο μόνος όρκος που
μπορεί να με δέσει….

Προμηθέας

Δε πα να λες… «Όστις θέλει…»

Χορός ανθρώπων[34]

Για σε φοβάμαι, σκιάζομαι,

Προμηθέα παράτολμε.

Βαρύς ο όρκος που ‘δωσε.

Νάτην, η Ίριδα η εφτάχρωμη με το χρυσό λαγήνι[35],

πέταξε κι έφτασε.

Φέρνει εκείνο το νερό,

που πάντα κρύο πέφτει απ’ ενός βράχου την κορφή,

σπονδές να κάνει ο Δίας

και με το μαύρο το νερό τον όρκο να σφραγίσει.



Βαρύς ο όρκος που ‘δωσε

στου Ωκεανού την κόρη την πρωτότοκη,

με τη γοργή φυρονεριά,

τη μισητή απ’ αθάνατους,

την τρομερή τη Στύγα,

που διασχίζοντας τη γη,

περνά από κακοτράχαλα

και μέρη βραχιασμένα.



Έχει, η φοβερή θεά, ένα παλάτι απόμερο,

πέρα, μακριά κι απόμακρα

’κει π’ αρχινούν του Τάρταρου τα μέρη τα φριχτά.

Βράχια το στεφανώνουνε,

κι είν’ σε κολώνες αργυρές γερά θεμελιωμένο.



Τα πιότερ’ από τα νερά της ιερής πηγής της

κάτω απ’ της γης τα έγκατα

κυλούν και γοργοπάνε,

και μέσ’ στου Ωκεανού τη σκοτεινιά

πελώριοι, πανώριοι βραχίονες γίνονται.

Το ένα απ’ τα δέκα στον όρκο ανήκει.

Τ’ άλλα, τα εννιά, φιδίσια κυλούν,

τη γη ολοτρόγυρα ζώνουν,

του κάμπου του υγρού την ολόπλατη ράχη,

κι απέ στη θάλασσα χύνονται

σε χίλιους ασημένιους στροβίλους,

ρουφήχτρες και δίνες και χειμέρια κύματα.

Το μαύρο νερό που πέφτει πάν’ απ’ το βράχο

για τιμωρία τους είναι,

τιμωρία θεών.

Ιερέας

Μα σαν κανείς απ’ τους θεούς,

που κατοικιά τους έχουν

τη χιονισμένη του Ολύμπου κορφή,

τον όρκο πατήσει,

για ένα χρόνο χάνει την πνοή της ζωής του,

και μήτε νέκταρ γεύεται μήτε την αμβροσία

και μένει ακίνητος,

δίχως ανάσα,

χωρίς να μιλεί,

σε νάρκη βαριά βυθισμένος.



Μετά, για χρόνια ολόκληρα εννιά

ζει απ’ αθάνατους χώρια,

πέρα, μακριά, κι απόμερα

και με σινάφι θεϊκό

πάνω στη δέκατη χρονιά

μονάχα ξανασμίγει.

Δίας

Το φοβερό τον όρκο μου

με μαυρονέρι σφράγισα.

Πριν φύγει η εφτάχρωμη, και μαζί της τον πάρει,

λέγε, μαρτύρα, φανέρωσε,

ποιά, ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε,

μήπως κι αλλάξω τη γνώμη.

Προμηθέας

Θεός δεν είσαι.

Του μυαλού τους ο φόβος σε γέννησε,

φάντασμα άπιαστο,

του αγνώστου η άγνοια

κι ο τρόμος.



Θεός δεν είσαι.



Όσα φοβούνται,

—τους Γρύπες, τη Σκύλλα, τη Μέγαιρα,

τον φοβερό τον Τυφώνα, τη Λάμια, την Έχιδνα,

όλα της φύσης τ’ άγρια,

που τους ανθρώπους από άγνοια σκιάζουν—

θεούς κι αμέτρητους δαίμονες τα ’φτιαξαν

και δίπλα σου τα ’βαλαν

εσύ να τα ορίζεις.

Όλα.

Έξω από Στύγα, Ανάγκη και Μοίρα.



Και όσο φοβούνται

τόσο θυσίες σου κάνουν

την οργή να κοπάσεις

και να μην καταστρέψεις αυτά

που δεν έπλασες.

Κι απ’ τα σφάγια ευφραίνεσαι.

Έτσι νομίζουν…

μα αναπαμό δεν έχουν.



Το ταξίδι τους είσαι

στου αληθινού τη ζήτηση.



Θεός δεν είσαι.



Δε σ’ αγαπούν, σε φοβούνται.

Και ποιος τάχα μπορεί ν’ αγαπήσει

αυτό που φοβάται;

Η αγωνία και ο φόβος τους σ’ έπλασαν

και στον Όλυμπο σ’ έστησαν

για να ‘σαι μακριά τους.



Θεός δεν είσαι.

γι αυτό και φοβάσαι.



Το Ποιος θε να ‘ρθει κι από Ποια

-Παρθένα και Μάνα μαζί-

δε θα πω.

Δίας [36]

Για τη Θέτιδα η Θέμις διαδίδει

πως ο δικός μου ο γιος απ’ αυτή γεννημένος…

Προμηθέας

Καλά, έτσι νόμιζε, στην πλάνη σου βολέψου….

Δίας

Και με την όμορφη Ιώ ξανά δε θα πλαγιάσω

μη και γεννήσει παιδί μου

που θα ’ναι από με δυνατότερο,

μα για πάντα, με άλλη μορφή,

γύρο-τρογύρο από με θα γυρίζει[37]

Προμηθέας

Μέσα τους σκάλωσες,

δικό τους κατασκεύασμα είσαι.

Άλλον προσμένουν.

Έτοιμοι να τον δεχτούν ακόμα δεν είναι.

Και τα δώρα που πήραν…

όχι, δε φτάνουν

η σπίθα του μέσα μυαλού τους ν’ ανάψει.



Το Ποιος κι από Ποια δε θα πω,

δε θα πω.



Άλλοι, πολλοί,

για τα νέφη,

για των πλάνητων άστρων τους κύκλους

θα πουν,

για των αστραπών, των βροντών σου το μύθο

θα γράψουν.



Άλλοι, πολλοί,

για τον Έναν θα πουν,

θα διδάξουν…

για τον Έναν που θα ‘ρθει…



Άλλα πια δε θα πω…

Σιωπή…



Μα η ώρα σαν φτάσει,

σαν την ομίχλη που φεύγει

στη ζέστα του ήλιου,

έτσι θα φύγεις

και πίσω θ’ αφήσεις

αχνάρια μονάχα,

ναούς και βωμούς κι αγάλματα πάλευκα,

της ανάγκης για Ελπίδα κι Αγάπη.

Και τότε…



Σιωπή…[38]

Άλλα πια δε θα πω….

Άλλον γυρεύουνε,

μα η ώρα Του ακόμη δεν ήρθε.

Σωπαίνω.

Δίας

Ναι, θα σωπάσεις!

Για πόσο;

Παλληκαρά, θρασύτατε,
γελοίε αλαζόνα

θα δεις, θα μάθεις,
θα γευτείς,

θα πεις πως δεν
αντέχεις

δεμένος μ’
αλυσόβεργες

πάνω στο μαύρο βράχο

με τεντωμένα
ολόσφιχτα

τ’ ανίερά σου χέρια,

σαν, κάθε που ο
Απόλλωνας

επάνω στα μεσούρανα
το άρμα του θα φέρνει,

θα ’ρχεται άσπλαχνος
αητός

τα σπλάχνα σου να
τρώει

και θα κολλάνε τα
ριζά

του υπερπόντιου
Καύκασου

απ’ το δικό σου
αίμα,

αίμα πικρό, αίμα
’χνιστό,

του συκωτιού σου
ολόπηχτο ιχώρα[39].



Σιωπή;

Καλά, τώρα το λες!

Τα ουρλιαχτά του
πόνου σου

ταχιά τη γλώσσα σου θα
λύσουν

και θα καταριέσαι
πικρά τη μαύρη σου τύχη.

Προμηθέας

Για τύχη μιλάς; Ποια
τύχη τάχα;

Αυτό τουλάχιστον να
το ’ξερες θα ’πρεπε…

Δίας

Το ποιο δηλαδή;

Προμηθέας

Πως τίποτα δεν είναι
τυχαίο.

Δίας

Πάρτε από την όψη
μου μπροστά

το βλάσφημο, το
μισητό προδότη,

που, πιότερο από με,
τους δίποδους αγάπησε

και φρόντισε

τιμές και δόξα
πρόσκαιρη

από αγνώμονες
θνητούς

για λίγο να
κερδίσει.[40]



Κοιτάξτε τους πώς
μάζεψαν,

σαν τα δαρμένα τα
σκυλιά, στα σκέλια

το φωτισμένο τους
μυαλό!

Κοιτάξτε, καμαρώστε τους,

οπού τις δάδες σβήσαν

και σκύψαν τα
κεφάλια τους

και γλύφουνε το
χώμα!![41]









Σκηνή 5η




Ο φωτισμένος νους
νικά τον φόβο



Ο φόβος καταλαμβάνει τους ανθρώπους που κινδυνεύουν να
επανέλθουν στην προ Προμηθέα κατάσταση, να γίνουν δηλαδή οι ίδιοι δεσμώτες του
φόβου.

Τελικά ο Ιερέας τους εμψυχώνει, η ελπίδα εδραιώνεται στην
ψυχή τους και χορεύουν θριαμβικά για τη νίκη του φωτός ενάντια στο σκοτάδι της
αμάθειας.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των ανθρώπων

Προμηθέας



Χορός [42]

Οι σκέψεις μου,

-χορός αγρίων
έξαλλος-

βροντοχτυπούν το
στέρφο χώμα,



ο γδούπος των
πελμάτων

Βαρύς, τραχύς και
απτόητος

για να καρπίσει η
μέσα γη μου.



Τα γράμματα… άναρχα

κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο



Φοβάμαι … αυτά που
γίνανε …

μπροστά μου τα
βλέπω, στο τώρα στο αύριο …



Οι λέξεις…
βουρκωμένες

Μήτρα ο νους
γκαστρωμένη,

μοναχικός Ιάσωνας

μπροστά στις
Συμπληγάδες.



Ο πηγαιμός σαν
ερχομός,

η ανησυχιά της
προσμονής

σαν τόκος απρόσμενος

ακούσια εκούσιος,



και η Ανάγκη ν’
απαιτεί,

ν’ απομακρύνει από
τις πρότερες χαρές.

Σκαλωμένη η σκέψη
στο χώρο,

αγκιστρωμένη σε
λόγια τραχιά,

του τρόμου οι πηγές
γενήκανε χείμαρρος,

του ολέθρου το
βάραθρο

μπρος στα πόδια μου
χάσκει…



Φοβάμαι,

φράση σωστή ν’ αρθρώσω δε γίνεται…



Κυνηγημένος ιδρώς
του Ιάσωνα

από τη γνώση που
κατείχε

πριν δει, πριν
μάθει,



και τώρα
αποκαλύπτεται

κάθε ίδια στιγμή

τόσο αλλιώτικη

σε ένα παρόν
αδιάλειπτο.



Φοβάμαι… οι αρμοί του κορμιού μου αδύναμοι,

του χτες τα φαντάσματα, δίπλα μου, γύρω μου…



Στο λιοτριβειό του
νου

αναδεφτήρας οι
μυλόπετρες,

πετροχυμό δε βγάζουν

παρά μονάχα αν
συνθλιβούν τα λόγια,



τα πνιχτά
επιφωνήματα,

οι μισές κοφτές
λέξεις,

οι λέξεις-ανάσες.



Φοβάμαι…



Ριζώνει πάλι μέσα
μου του φόβου το στοιχειό,

σαν τρομερό
αρπαχτικό,

αιμοβόρο παράσιτο,

το νου μου ξεσκίζει.

Η Ανάγκη αδυσώπητη

τα δόκανά της
στήνει.

Παρασαλεύεται η
Τάξη, το νιώθω.

Άνδρες

Αλίμονο, οι
ταλαίπωροι,

δύσμοιρο γένος,
σπόρος άτυχος.

Πάνω μας πάλι θα
πέσουνε

συφορές και κακά
ανομολόγητα.

Πάλι εγώ, ο
ταλαίπωρος, ο άμοιρος,

τις δικές τους θα
πληρώσω διχόνοιες.

Γυναίκες

Ένοχος αυτός
ορίζεται, ο δικός μου ευεργέτης.

Στην Ύβρη έπεσε,

το Δία αρνήθηκε,
πρόσβαλε,

την Τύχη απαρνιέται.

Η αδράστεια Νέμεση

να!! να!! …,

Άνδρες

έρχεται το Δίκιο της
πίσω να πάρει

απ’ αυτόν κι από
μένα τον άθλιο.

Φταίχτης αθέλητα
γίνηκα,

μοναχά για να ζήσω
τα δώρα του δέχτηκα.

Αλίιιιιιι… χαμένος
κι εγώ

Γυναίκες

Όιιι, χάνω το νου.

Ωχούυυ, αλίιι,

τα πάνω κάτω θα
’ρθουνε,

ο κύκλος ο φαύλος
σαλεύει,

Δεινά της Άτης, της
θεοτρέλας,

φοβερά πάνω του
πέσανε

Άνδρες

και σε μένα Δεινά θε
να ’ρθουν

να με λιώσουν.

Δεινά,

που στόμα θνητό να
’στορίσει

δε θα μπορέσει ποτέ,

ποτέ,

στον αιώνα τον
άπαντα.

Χορός

Αυτοί αστράφτουν και
βροντούν

κι εμέ χτυπούν οι
κεραυνοί

και μένα οι μπόρες
πιάνουν

και μέσα μου
τρυπώνουνε

των υετών τους οι
ριπές

βαθιά, μέχρι τα
μέδουλα

και την ψυχή μου
πνίγουν.

Ιερέας[43]

Στα πόδια σου
ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.

Σε άνθρωπο αντρείο
μιζέρια και θρήνοι δεν πρέπουν.

Ο φόβος τις θύμησες
διώχνει,

στους ανέμους τους
πέντε σκορπά

την καλή και χρυσή
σου εποχή.

Μη φοβάσαι απ’ τα
λόγια.

Οι φοβέρες του Δία

μην αφήσεις τη χαρά
να σου πάρουν.

Χορός[44]

Ο φόβος, αρρώστια φρικτή

το μυαλό μου
θολώνει.

Ελλοχεύει σαν ύαινα.

Τον οσφραίνομαι,
πνίγομαι…

δυσωδία, αποφορά της
σαπίλας,

του αδιέξοδου
απόγνωση.

Μοχθηρό το
πλατάγισμα

των φτερών του των
μαύρων,

—απαίσιο το σούρσιμο
όψης σκοτεινιασμένης—,

πλανιέται τριγύρω ο
άρπαγας

και μέσα μου να μπει
γυρεύει

βιαστής πωρωμένος,

ληστής αχόρταγος,
άπληστος

να ανασκολοπίσει,

να φέρει του μυαλού
μου τα μέσα,

τα σιωπηλά, τα
απόκρυφα,

έξω να φέρει, και…

αλίιιιι…

Ιερέας

Φτάνει.

Ως εδώ.

Άλλα ν’ ακούσω δε
θέλω.

Πώς να πιστέψω του
φόβου τα λόγια;

Σε τι παραλήρημα
άθλιο έπεσες;

Σκοτείνιασ’ η όψη
σου, ασχήμυνες

και —θέαμα άθλιο,
θλιβερό—

σέρνεσαι, πάλι
σέρνεσαι!



Εσύ σαι; Εσύ ο
ίδιος;

Εσύ που το
καυχιόσουνα πως πρόκοψες

με της καρδιάς τον
Έρωτα και την ορθή σου κρίση;



Κοίτα… τώρα.

Το βλέμμα σου εδώ,

στης δάδας το φως
καρφωμένο το θέλω.

Κοίτα… τώρα.

Στης ζωής το
πρόσταγμα υπάκουσε.

Στης φλόγας το φως
ανταμώνουν και φλέγονται

η Λογική και ο
Έρωτας.

Κοίτα! Θυμήσου!



Και τώρα…

με ένα σωτήριο άλμα,

στα πόδια σου
ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.

μην επιτρέψεις τη
χαρά της ζωής

να σου κλέψει ο
πανάθλιος φόβος.[45]

Άκου, αφουγκράσου τα
λόγια του!

Φωνή Προμηθέα:

Ο καθάριος, ο
έξυπνος νους, ακούει κι αισθάνεται.

Αυτός, αυτός μόνο
της επίγνωσης ο αίτιος είναι.

Παιδί του νου η
αλήθεια,

σε δρόμο σωστό, στην
ευθεία οδό,

των ανθρώπων τα
βήματα βάζει.

Ιερέας:

Τα πάλευκα κρόκαλα
πάρε στα χέρια[46]

απ’ του Μίνωα την
ένδοξη χώρα

και τους μαύρους
πυρόλιθους

του πόντιου Καύκασου

και άκου, με το μέσα
μυαλό αφουγκράσου,[47]

το μέλος που φέρνει
η Όστρια[48],

το τραγούδι της
κόρης του Αστέριου,

της πανέμορφης
Κρήτης.



Στους πέντε ζάλους[49]

της ψυχής σου τα
βήματα αρμόνισε

και χόρεψε, άνθρωπε,
χόρεψε

χτύπα γερά τα πόδια,

και κάνε να
στενάξουν

της γης τα στήθια τα
πλατιά.



Να, έτσι με τα χέρια
σου τα πυρολίθια χτύπα, [50]

το ’να με τ’ άλλο,
με ψυχή δυνατή,

ο αιθέρας ν’
αγαλλιάσει

με τον αντρίκιο το
ρυθμό,

με τη γυναίκεια
φλόγα,

που σώμα πνεύμα και
μυαλό

ορθώνουν και
φτερώνουν.

Χορός

Σαν φτερώσει η ψυχή

κι η φλόγα της
καρδιάς μας ανάψει,

τα πόδια ακάματο
χορό αρχινούν,[51]

ακούραστο κι ένθεο.

Ιερέας

Έτσι, παιδιά μου,
χορέψτε σε πυρρίχιο ρυθμό,

μη θρηνείτε,
χορέψτε,

δοξάστε.

Τον αχό του χορού
σας ακούγοντας

ξέρει πως δε θα ’ναι
χαμένη

η δική του θυσία.



Ο Ένας, όπως το ’πε,
θε να ’ρθει[52]

Ο φόβος θα φύγει …

Η φωνή του Προμηθέα

Η Αγάπη εκβάλλει το
φόβο,

καταργεί την Ανάγκη,
την Άτη ακυρώνει

τα δεινά υποφερτά,

δεν αγγίζουν ποτέ
την ψυχή τη γαλήνια.

Ιερέας

Όπως τα ’πε θα
γίνουν,

θα γίνουν …

το δικό του θελημένο
μαρτύριο,

προτύπωση είναι

της θυσίας Εκείνου
απ’ Αγάπη.

Η φωνή του Προμηθέα

Η φιλότης σταυρωτά
καρφωμένη

ουράνια κι επίγεια
θα ενώσει …

Ιερέας

Ετοιμάσου.

Η φωνή του Προμηθέα:

Ελεύθερος, χωρίς
δεσμά…

απελεύθερος….

Κι ένας μπορεί,

αν θέλει,

η ψυχή του δοσμένη σαν
είναι

κι αν η καρδιά του
φλέγεται,

μπορεί,

ναι, μπορεί

τον κόσμο ν'
αλλάξει.

Ιερέας:

Μέσα στων χρόνων τ’
απρόβλεπτα,

μην ξεχαστείς και
γίνεις αγρίμι

απ’ όλα τ’ αγρίμια
χειρότερος.

Ποτέ μη γενεί
άνθρωπος γι άνθρωπο λύκος,

άρπαγας λύκος
κακόψυχος κι άπληστος

αλαζόνας, υπερφίαλος
κι άπονος

για τη γενιά του την
ίδια,

για τη μάνα του γη.

Στο δάχτυλό σου να
φοράς πέτρινο δαχτυλίδι

να σου θυμίζει
πάντα…

Χορός:

Ευεργεσία, φωτιά
θεϊκή, βράχος θυσίας.

Ιερέας

Μην ξεχαστείς.

Μην ξεχαστείς, μην
αφεθείς.

Για τα καλύτερα
είσαι φτιαγμένος.

Ψηλά να θωρείς.

Η φωνή του Προμηθέα

Άνθρωπε, Άνω θρώσκε.

Ιερέας

Άνθρωπος μείνε.

Χορός

Πυρφόρος ο νους,

πυρφόρα η καρδιά

πυρφόρα η ζωή μας.









ΤΕΛΟΣ
















[1]   Οι γιοι της Ρέας, Πλούτωνας, Ποσειδώνας,
Δίας.



[2]
  Την εποχή της Αναγέννησης στη λατινική
γλώσσα υπήρξε κάποια σύγχυση της λέξης Κρόνος (Cronos) με αυτή του χρόνου (Chronos)



[3]
  Ο
Κρόνος στέρησε τη ζωτικότητα του πατέρα του Ουρανού.



[4]
  Ευφημισμός



[5] Κρόνον οὖν τόν
χρόνον μοι νόει
, τήν δέ έαν τό έον τῆς
γρς     Οσίας. Ορφικό Απόσπασμα 56



[6]
Οι κόρες της Ρέας, Δήμητρα, Εστία, Ήρα.



[7]
  Κατά μια εκδοχή του μύθου, αυτή η πέτρα,
που ο Κρόνος αντίς για το Δία κατάπιε, όταν την ξέρασε, έπεσε στους Δελφούς.



[8]
 
Έξι άνδρες και έξι
γυναίκες. Απαγγέλλουν με σκυφτό το κεφάλι



[9]   Ορθώνεται





[10]
Ανάβουν
τις δάδες τους από το βωμό που καίει στη μέση της σκηνής



[11]
Oρθώνεται



[12]
ανάβουν τη δάδα τους



[13]
Ο οψιγιάς, ο
χώρος όπου απλώνουν, κατόπιν ειδικής επεξεργασίας, τα σταφύλια προς αποξήρανση.



[14]
Θαλάσσια θεότητα του αφρού των κυμάτων που βοηθούσε τους ναυτικούς.



[15] Κλασσική μουσική



[16]
Στεφανώνουν ο καθένας τη σύντροφό του



[17]
Το φόρεμα σε γήινα χρώματα



[18]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το κόκκινο φόρεμα, σύμβολο του Έρωτα



[19]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το γαλάζιο φόρεμα, σύμβολο της Αγάπης



[20]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το λευκό φόρεμα, σύμβολο της αγνότητας



[21]
Μουσική από τραγούδι ανατρεπτικό



[22]
Το φόρεμα με ανθάκια



[23]
Μουσική από γλυκιά μπαλάντα



[24]
Η πρώτη του χορού



[25]
Μουσική από παιδικά τραγούδια



[26]
Την επωδό πρώτη του χορού



[27]
Όλες μαζί



[28]
Ο καθένας αγκαλιάζει τρυφερά τη σύντροφό
του



[29]ανάβουν
τις δάδες τους



[30]
Τα κορίτσια βάζουν τα στεφάνια τους πάνω
στο βωμό του Προμηθέα.



[31]
Με τα χέρια ψηλά σε δοξαστική στάση



[32]
Ο χορός των ανθρώπων έντρομος σβήνει τις
δάδες και μαζεύεται σε μια γωνιά. Ο Ιερέας πίσω από το βωμό αφήνει τη δάδα του
αναμμένη και στέκεται μόνος απόμερα.



[33]
Απευθύνεται στον Προμηθέα



[34]
Ο Δίας ορκίζεται τελετουργικά.



[35]
Ελεύθερη απόδοση από τον Ησίοδο





[36]
μονολογεί



[37]
Η Ιώ, δορυφόρος του πλανήτη Δία



[38]
«σιγῶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ
λέγων τὰ καίρια»: Στίχος σωζώμενος, Αισχύλου «Προμηθεύς
Πυρφόρος»



[39]Πύον,
σάπιο αίμα αλλά και ορός αίματος. Τα ζωτικής σημασίας βιολογικά υγρά όλων των
ζωντανών οργανισμών.



[40]
Το Κράτος και η Βία απομακρύνουν τον Προμηθέα



[41]
Φεύγει καγχάζοντας.



[42]
Κάθε στροφή και ένα πρόσωπο. Το «φοβάμαι» όλος ο χορός





[43]
Ο μόνος που κρατάει αναμμένη τη δάδα του.



[44]
Σέρνεται



[45]
Ο χορός ορθώνεται



[46]
Απευθύνεται στις γυναίκες



[47]
Απευθύνεται σε όλους



[48]
Ακούγεται πεντοζάλης



[49]
Οι άνδρες αρχίζουν το χορό



[50]
Απευθύνεται στις γυναίκες



[51]
Ρυθμός πυρρίχιος



[52]
Σε έκσταση, από μακριά ακούγεται από τρομπέτα το «Τις Θεός …»


Δεν υπάρχουν σχόλια :